Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΝ ΑΣΙΑΝ ΘΡΑιΚΕΣ



«Οι Θράκες ου μόνον Ευρωπαίοι,
αλλά και Ασιανοί

(Άρριαν. Νικομ. 37)
Είπομεν ήδη προηγουμένως, οτι την χώραν ταύτην απ' αρχαιοτάτων χρόνων, δηλαδή πολύ προ των Τρωικών, άλλα και μετά ταύτα, την είχον καταλάβει διάφορα Θρακικά έθνη, οι Μυσοί, Φρύγες, Θυνοί, Βιθυνοί, Μαιδοθινοί, Βέβρυκες, Μαριανδυνοί, Μύγδονες, Παίονες, Δρύωπες, Δόλωνες, Τρήρες και άλλα Θρακικά φυλά.
Κατοικούσαν δε τα έθνη ταύτα γενικώς εις την χώραν, ήτις περιλαμβάνεται μεταξύ του Αιγαίου πελάγους, Ελλησπόντου, Προποντίδος, Βοσπόρου, Ευξείνου Πόντου μέχρι των εκβολών του Σαγγαρίου και έφτανε προς νότον μέχρι της Ιωνίας και της Λυδίας. Περιελάμβανε δηλαδή γενικώς την Βιθυνίαν, την Μυσίαν, Φρυγίαν και Λυδίαν. Όταν όμως αργότερον, κατά τους κυρίως ιστορικούς χρόνους, ελέγετο ειδικώς «ή εν Άσία Θράκη», εσήμαινε μόνον το τμήμα, το περιλαμβανόμενον μεταξύ του στόματος του Βοσπόρου ή του Πόντου και της Ποντοηρακλείας.
Ή χώρα αυτή είνε από τας ευφορωτέρας του κόσμου.
Ό Όμηρος θαυμάζει τον πλούτον της και αποκαλεί αυτήν εριβώλακα (γονιμωτάτην), ερατεινήν (χαριτωμένην) και αμπελόεσσαν.
Ό δε ποιητής Απολλώνιος λέγει, ότι είνε εξαιρετικώς πολύκαρπος και υπό τους πόδας των ευτυχών κατοίκων της ή γη φύει αυτομάτως τα άνθη της τρυφεράς χλόης.
Δένδρεα μεν καρπόν χέον άσπετον, άμφι δε ποσσίν
αυτόματη φυε γαία τερείνης άνθεα πόης.
Ό Απολλώνιος επίσης χαρακτηρίζει ως εύκαρπον την χώραν των Μαριανδυνών ανδρών, ο δε Ευριπίδης την των Φρυγών586.
Ό Ξενοφών κατά την κατάβασιν των μυρίων διήλθε δια της Βιθυνίας και έμεινε κατάπληκτος από την αφθονίαν και την ποικιλίαν των προϊόντων της και λέγει, ότι ή χώρα είνε μεγάλη, ωραία και ότι υπάρχουν εις αυτήν πολλαί κώμαι και καλώς κατοικημέναι, διότι η γη παράγει κριθάς, σιτάρια, όλα τα όσπρια, μελίνην, σησάμια, αρκετά σύκα και πολλάς σταφυλάς, γλυκόν οίνον και όλα εν γένει τα προϊόντα έκτος της έλαίας587.
Όσον άφορα την ελαίαν, βεβαίως δεν εκαλλιεργείτο τότε, αφού το λέγει ό παρατηρητικώτατος και ειδικώτατος περί τα τοιαύτα Ξενοφών, κατόπιν όμως ή παραλία της Προποντίδος και του Αιγαίου έγινε κατάφυτος από εξαίρετους ελαιώνας.
Είχε δε ή χώρα αυτή κατά την αρχαιότητα και μεταλλεία χρυσού, διότι ό βασιλεύς της Τροίας Πρίαμος είχεν ως πηγήν του θαυμάσιου πλούτου του τα εν Άστύροις πέριξ της πόλεως Αβύδου μεταλλεία χρυσού, των οποίων τα ίχνη εσώζοντο μέχρι των Ρωμαϊκών χρόνων637.
Ή χώρα αυτή ήτο επίσης περιώνυμος δια την μεγάλην και ποικίλην κτηνοτροφίαν της.
Δια την τοπογραφικήν και εθνολογικήν περιγραφήν της χώρας ελάβομεν προ πάντων υπ' όψιν τον Στράβωνα, όστις ως καταγόμενος εξ Αμασείας του Πόντου εσπούδασεν αυτήν λεπτομερέστατα και κάλλιστα, την περιγράφει δε με θαυμαστήν επιμέλειαν και ακρίβειαν.
Εν γενικαίς γραμμαίς από τους μετοικήσαντας εις την ΒΔ Μικράν Άσίαν Θράκας οι αρχαιότεροι είνε οι Φρύγες, οι Μυσοί οι Βέβρυκες και οι Μαριανδυνοί. Τελευταίοι ήλθον οί Θυνοί και Βιθυνοί, οίτινες απώθησαν προς το εσωτερικόν τους Μυσούς και κατέλαβον τα παράλια της Προποντίδος, τα κατοικούμενα υπό των Μυσών και Βεβρύκων και το μέχρι της Ποντοηρακλείας τμήμα του Ευξείνου.
Ή κατά μήκος του Ελλησπόντου άνωθεν της Τροίας χώρα ωνομάζετο Δαρδανία. Ώνομάσθη δε Δαρδανία από τον Δάρδανον, όστις ελθών από την Σαμοθράκην είχε κατοικήσει τας υπώρειας του ορούς Ίδης, οπού έκτισε την πόλιν Δαρδανίαν. Της χώρας ταύτης πρώτος βασιλεύς ύπήρξεν ο Τεύκρος, από τον οποίον και οί κατοικούντες αυτήν ωνομάσθησαν Τεύκροι.
«Τεύκρος, εξ ου Τεύκροι οι οικήτορες και Τευκρία ή γη»638.
Πρώτος έκτισε πόλιν ό Δάρδανος, μετά δε τον θάνατον του Τεύκρου ό Δάρδανος—όστις είχε λάβει ως σύζυγον την θυγατέρα του Τεύκρου Βάτειαν—εκάλεσεν ολόκληρον την χώραν Δαρδανίαν. Έκτισε δε την Δαρδανίαν υπό τας υπώρειας της πολυπίδακος Ίδης πριν ή κτισθή το Ίλιον.
Τροία δε ωνομάσθη ή χώρα εκ του Τρωός.
Ό δε Ίλος ελθών εις την Φρυγίαν και νίκησας εις το αγώνισμα της πάλης έκτισε το Ίλιον εις τον λεγόμενον λόφον της Άτυος.
«Ίλος δε, ος κτίζει το Ίλιον, κρατεί μάχη Βεβρύκων βασιλέως Βύζου όνομα»639.
Ό Δάρδανος ήτο ό ηγέτης τής δυναστείας του Πριάμου, δια τούτο δε ό Όμηρος αποκαλεί τον Πρίαμον Δαρδανίδην. Ό Δάρδανος εγέννησε τον Εριχθόνιον, ό δε Εριχθόνιος τον άνακτα των Τρωών Τρώα.
Υπό την Δαρδανίαν ήτο ή χώρα Κεβρηνία, πεδιάς κατά το πλείστον και παράλληλος πως με την Δαρδανίαν.
Ή Δαρδανία με την Κεβρηνίαν και την Τρωάδα ωνομάζοντο και Επίκτητος Φρυγία ή Μικρά Φρυγία ή Έλλησποντιακή Φρυγία.
Ή δε κυρίως Τροία εξετείνετο από την Ίδην μέχρι της θαλάσσης640.
ΟΙ ΤΡΩΕΣ ήσαν Φρύγες κατά πάσαν πιθανότητα.
Δια τούτο δε οι ιστορικοί και προ πάντων οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, ό Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, τους αποκαλούν πάντοτε Φρύγας και την Τροίαν πόλιν των Φρυγών, «Φρυγών αστυ».
0ι Τρώες, αν και κατ' αρχάς ωρμήθησαν εκ μικρών, τόσον όμως ευδοκίμησαν, ώστε ηυξήθησαν εις πλήθος και εις δύναμιν και έγιναν βασιλείς των βασιλέων των περιοίκων και συγγενών εθνών και έδωκαν εύλογον άφορμήν εις τον Όμηρον να άποκαλή γενικώς Τρώας όλους τους συμπολεμήσαντας μετά του Πριάμου κατά των Δαναών και των Αχαιών.
Μετά την άλωσιν όμως της Τροίας και την καταστροφήν αυτής ή χώρα Τρώας απεκαλείτο πλέον Φρυγία, διότι επεκράτησαν όλης της χώρας οι Φρύγες ως πλησιόχωροι641.
Κατά την άκμήν της Τροίας ολόκληρος ή παραλία εκείνη του Αιγαίου, του Ελλησπόντου και της Προποντίδος μετά της ενδοχώρας απετέλει το ίσχυρότατον κράτος των Τρωών, διηρημένον εις εννέα δυναστείας, ετάχθη δε ολόκληρον κατά τον Τρωικόν πόλεμον υπό την αρχηγίαν του Πριάμου, όπως οί Αχαιοί υπό την άρχηγίαν του Αγαμέμνονος.
Κατά τον Όμηρον ή αρχή της Τροίας επεξετείνετο από την πόλιν Κύζικον και τον Αίσηπον ποταμόν μέχρι του Αιγαίου πελάγους. Κυρίως όμως Τρώας πρέπει να θεωρηθή ή χώρα, ή από της πόλεως Αβύδου μέχρι της πόλεως Αδράστειας εκτεινομένη. Είπομεν δε, ότι το παράλιον τμήμα της Τρωικής γης, το όποιον ήτο παράλληλον με τόν Ελλήσποντον, εκαλείτο ιδιαιτέρως Δαρδανία.
Κατά τον Τρωικόν πόλεμον ή χώρα της Τροίας ήτο πλουσιωτάτη και ακμαιότατη και εκ τούτου εξηγείται πώς αντέσχε πολιορκουμένη επί δέκα ολόκληρα έτη κατά των ενωμένων πανελληνίων δυνάμεων.
Ύπήρχον εις την χώραν αυτήν, όπως και εις την Ελλάδα, πόλεις μεγάλαι και ακμαίαι, πλούσιαι και ωχυρωμέναι, με βασιλείς υποτελείς εις τον Πρίαμον. Των Δαρδανίων αρχηγός ήτο ο ηρωικός Αινείας και οι δυο εμπειροπόλεμοι υιοί του Αντήνορος, ό Αρχέλοχος και ό Άκάμας642.
Αί διασημότεραι πόλεις της εποχής εκείνης εις την χώραν εκείνην ήσαν αί εξής.
ΖΕΛΕΙΑ, κτισμένη εις τας υπώρειας της Ίδης, ονομάζεται από τον Όμηρον ιερά, οι δε κάτοικοι αυτής «αφνειοί», ήτοι πλούσιοι. 'Ως Τρώες ήλθον επίκουροι εις τον Πρίαμον υπό την αρχηγίαν του Πανδάρου, του αγλαού υίου του Λυκάονος.
ΚΙΛΛΑ, ή ζαθέη, ήτοι ίερωτάτη.
ΑΔΡΑΣΤΕΙΑ, άρχοντες αυτής ήσαν οι δυο υιοί του Μέροπος Περκωσίου.
ΠΙΤΥΕΙΑ.
ΛΑΡΙΣΣΑ, Πελασγική πόλις εις τα πέριξ της Τροίας.
ΠΡΑΚΤΙΟΝ.
ΠΕΡΚΩΤΗ, οπού εβασίλευε Μελάνιππος ό υιός του Ικετάονος.
ΛΥΡΝΗΣΣΟΣ, οπόθεν συνελήφθη ή Βρισθίς.
ΣΙΔΗΝΗ, πλησίον του Γρανικού ποταμού.
ΚΟΛΩΝΗ, αρχαιότατη Τρωική πόλις. Ταύτης πρώτος βασιλεύς μνημονεύεται ο Κύκνος, Θραξ το γένος, άρχων της πανάρχαιας πόλεως ΚΟΛΩΝΑΙ. Ό υιός του Κύκνου Τέννης, ανήρ επίσημος δια την αρετήν του, συναυθροίσας οικήτορας κατέλαβε νήσον ερημον κατοίκων, την καλουμένην Λεύκοφρυν, καί κτίσας εις αυτήν πόλιν την ωνόμασεν άφ' εαυτού Τένεδον643.
ΑΒΥΔΟΣ, οπού διέτριβεν ό νόθος υιός του Πριάμου Δημοκόων.
ΘΗΒΗ. ιερά πόλις, οπού έβασίλευεν ο Ηετίων, ο μεγαλόφρων πατήρ της Ανδρομάχης, της συνετής συζύγου του Έκτορος. Από την Θήβην ελήφθη ή Χρυσηίς, ή Θυγάτηρ του ιερέως του Απόλλωνος Χρυσού.
ΚΕΒΡΗΝΗ, αρχαιότατη πόλις.
ΑΡΙΣΒΗ, διάσημος και καλώς κτισμένη πόλις.
ΚΑΒΗΣΟΣ» από την πόλιν αυτήν ήτο ο Όθρυσσεύς, ζητήσας ανάεδνον (άνευ έδνων, χωρίς προίκα) την ωραιοτάτην θυγατέρα του Πριάμου Κασσάνδραν644.
Μεταγενέστεροι δε πόλεις εις την χώραν ταύτην ήσαν πάρα πολλαί και πλουσιώταται, εκ τούτων δε θά άναφέρωμεν μόνον τρεις, την Κύζικον, την Νικομήδειαν καί την Λάμψακον.
Ή ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑ ωνομάσθη τοιουτοτρόπως από τον βασιλέα Νικομήδην. Προηγουμένως δε εκαλείτο Αστακός. Πρώτος οικιστής του Αστακού ήτο ό Ζυποίτης, όστις ήτο Θραξ το γένος, ως εικάζεται από το ονομά του645.
Οτι το όνομα Ζυποίτης είνε Θρακικόν, ως συμπεραίνει ο Παυσανίας, φαίνεται από την μαρτυρίαν του λεξικογράφου Ησυχίου, όστις λέγει «Ζιβυθίδες αί Θράσσαι ή Θράκες γνήσιοι»646.
Ή δε ΛΑΜΨΑΚΟΣ ήτο σπουδαιότατη και πλουσιωτάτη πόλις, παραλία επί του Ελλησπόντου, αξιόλογος καί ευλίμενος. Εφημίζετο δε ή Λάμψακος προ πάντων δια τον έξαίρετον οίνον της («ή χώρα των Λαμψακηνών σφόδρα ευάμπελός εστί»), δια τούτο δε καί ο Ξέρξης έδωκεν εις τον Θεμιστοκλήν την Λάμψακον εις οίνον, όπως έδωκε και δυο άλλας πόλεις εις σίτον καί έλαιον.
Από την Λάμψακον άνδρες επιφανείς ήσαν Χάρων ο συγγραφεύς, ο Αδείμαντος, Άναξιμένης ο ρήτωρ και Μητρόδωρος, ο οπαδός του Επίκουρου. Και αυτός δε ο Επίκουρος υπήρξε τρόπον τινά Λαμψακηνός, διότι διέτριψεν είς την Λάμψακον και διετέλεσε φίλος με τους αρίστους της πόλεως ταύτης. Από την Λάμψακον μετέφερεν ό Αγρίππας εις την Ρωμην τον πεπτωκότα λέοντα, έργον του διασήμου γλυπτού Λυσίππου647.
Ιδομενεύς ο Λαμψακηνός, επικούρειος, έγραψε μεταξύ άλλων και περί Σαμοθράκης. Στράτων ό Λαμψακηνός ήτο εκ των αρίστων περιπατητικών (Αριστοτελικών) φιλοσόφων.
Επικούρειοι Λαμψακηνοί ήσαν και ο Κολώτης και ο Λεοντεύς.
Ό Λαμψακηνός ρήτωρ Άναξιμένης, διδάσκαλος του μεγάλου Αλεξάνδρου, τον ήκολούθησεν εις την εκστρατείαν. Όταν δε ο Αλέξανδρος ηθέλησε να έξανδραποδίση τους κατοίκους της πατρίδος του, ο Αναξιμένης έσωσεν αυτήν και δια τούτο οί Λαμψακηνοί έστησαν εις την Ολυμπίαν την εικόνα αυτοίς648.
Ή δε πόλις ΤΡΟΙΑ ή το ΙΛΙΟΝ χαρακτηρίζεται από τον Όμηρον ως πόλις διάσημος, ιερά, καλώς κτισμένη και καλώς κατοικημένη και ευρυάγυιας δηλαδή με πλατείς δρόμους και λεωφόρους.
Ό πολιτισμός της Τροίας ήκμασε προ του 2000 π. Χ.
Ή Τροία ως πόλις είχε πλούτον μέγιστον, μεγαλείον και πολιτισμόν υπέροχον και ανάλογον προς τας Μυκήνας, την πλέον διακεκριμένην πόλιν της εποχής εκείνης εις την Ελλάδα. Τούτο το εσημείωσαν ο Όμηρος και οι μεγάλοι τραγικοί της αρχαιότητος, εξηκριβώθη δε από τας γενομένας κατά τους νεωτέρους χρόνους ανασκαφάς.
Το ανάκτορον του Πριάμου ήτο μεγαλοπρεπέστατον με πρόθυρα και αίθουσαν ερίδουπον, δηλαδή ήτο αύτη κατασκευασμένη κατά τοιούτον τρόπον ακουστικής, ώστε ήτο βροντερά και με δυνατήν απήχησιν.
Ό δε δόμος του Πάριδος, όπου διέμεινεν η άρπαγείσα καλλονή της Σπάρτης, ήτο κατά τον Όμηρον περικαλλής. Ό θάλαμος ήτο υψόροφος, δηλαδή με υψηλήν στέγην. Άριστοι δε τέκτονες κατεσκεύασαν τον θάλαμον, το δώμα και την αύλήν.
Ο Πρίαμος είχεν εις την διάθεσιν του περικαλλή δίφρον και απήνην τετράκυκλον, πολυτελή άμαξαν με τεσσάρας τροχούς. Εις την τράπεζαν του υπήρχε χρυσούν ποτήριον. Επανειλημμένως δε γίνεται λόγος δια φάσγανον ωραίον Θρακικόν, το οποίον είχεν αργυρά καρφιά.
Ή ωραιότατη κόρη του Πριάμου Λαοδίκη ύφαινε μέγαν ιστόν, δίπτυχον (δίμιτον) πανίον βαθυκόκκινον, δηλαδή ήτο επιτήδεια εις το να υφαίνη ωσάν την Πηνελόπην649.
Αλλ' άξιος θαυμασμού είνε προ πάντων ο κατάλογος των λύτρων, τα οποία ό δυστυχής γέρων Πρίαμος προσέφερε, δια να λάβη το πτώμα του ανδρείου Έκτορος από τον μηνίοντα Αχιλλέα.
Ήνοιξε τα ωραία σκεπάσματα των ιματιοφυλακίων, οπόθεν έβγαλε δώδεκα περικαλλείς πέπλους, δώδεκα άπλα επανωφόρια, τόσους δε τάπητας, τόσα ενδύματα και τόσους χιτώνας. Χρυσόν δε έφερε δέκα ολόκληρα τάλαντα, δυο μαύρους τρίποδας, τεσσάρας λέβητας, επίσης περικαλλές ποτήριον, το όποιον του είχαν δώσει οι σύμμαχοι του Θράκες και ήτο σπάνιον και εξαίρετον δώρον. Ούτε αυτό ελυπήθη ό δυστυχής γέρων, αλλά το έλαβεν από τα μέγαρα του και το έδωκε και αυτό650.
Ό Όμηρος μνημονεύει πολλά άλλα περικαλλή αυτών τεχνουργήματα.
Ό δε Ευριπίδης λέγει περί των πύργων της Τροίας ότι ήσαν ισχυροί και άθραυστοι. Την δε Τροίαν, πόλιν των Φρυγών—Φρυγών άστυ—την χαρακτηρίζει ως ρέουσαν εις τον χρυσόν και την Εκάβην άνασσαν των πολυχρύσων Φρυγών651.
Δεν θά επεκταθώμεν περισσότερον περί του πολιτισμού των Τρωών, διότι τα αφορώντα αυτόν ευρίσκει τις εκτενώς εις την Ιλιάδα.
ΜΥΣΟΙ.
Μετά την Τρωάδα ήτο ή Μυσία και ό Όλυμπος. Ή χώρα αυτή, ή μετά την Τρωάδα παραλία της Προποντίδος μέχρι του Ολύμπου, ωνομάσθη κατ' αρχάς Μυσία, κατοίκησαν δε αυτήν εν πρώτοις οι Μυσοί, προτού να εγκατασταθούν οί Βιθυνοί, εκ των οποίων ώνομάσθη κατόπιν Βιθυνία.
Οί Μυσοί εγκατεστάθησαν πολλούς αιώνας ύστερον από τους Φρύγας εις την Μικράν Άσίαν, δια της εγκαταστάσεως των δε αυτής διεχώρισαν τους Φρύγας εις δυο τμήματα. Εθεωρούντο δε άποικοι των Λυδών κατά τινας.
Περί τούτου μαρτυρεί ό Στράβων λέγων ότι, ως Σκύλαξ ό Καρυανδεύς, την Ασκανίαν λίμνην την περιοικούν Μυσοί και Φρύγες. Επίσης και ο Διονύσιος—όστις συνέγραψε τας «Κτίσεις»—λέγει, ότι ο Θρακικός Βόσπορος ελέγετο προηγουμένως Μύσιος Βόσπορος. Τούτο δε δύναται τις να φέρει συγχρόνως και ως σπουδαίον επιχείρημα, ότι οι Μυσοί είνε Θράκες652.
«Ότι ου μόνον Ευρωπαίοι Μυσοί, αλλά και Ασιανοί.
Ό Αρριανός των Ευρωπαίων Μυσών αποίκους λέγει τους εν τη Ασία Ολυμπηνούς Μυσούς653.
Όταν οι Βιθυνοί εγκατεστάθησαν εις την χώραν ταύτην, οι Μυσοί απεσύρθησαν προς νότον και περιωρίσθησαν εις την κάτωθεν του Ολύμπου χώραν μέχρι της Φρυγίας και της Τρωάδος. Την χώραν αυτήν ο Όμηρος την ονομάζει Μυσίαν, απ' αυτήν δε ήλθεν επίκουρος εις τον Πρίαμον Ύρτιος ο Γυρτιάδης, ηγήτωρ των καρτεροψύχων Μυσών. Άλλοι αρχηγοί των Μυσών κατά τον Τρωικόν πόλεμον μνημονεύονται ο Χρόμις και ο Έννομος, όστις χαρακτηρίζεται και ως οιωνιστής654.
Ο Αισχύλος τους χαρακτηρίζει ως καλούς ακοντιστάς655.
Μυθολογικός βασιλεύς της Μυσίας ήτο ο Τεύθρας γνωστός δια τον μύθον της Αυγής και του Τηλέφου, περί του οποίου ησχολήθησαν και οι τρεις αρχαίοι τραγικοί656.
Οί Αργοναύται διαβάντες τον Ελλήσποντον είχον προσορμισθή και εις την Μυσίαν, όπου οι Μυσοι τους υπεδέχθησαν φιλοξένως657.
Περί τούτου έχομεν και την μαρτυρίαν, οτι ο Ιάσων κατά την εκείθεν διάβασιν του έκτισε ναόν προς τιμήν των δώδεκα θεών και ότι πλησίον του στομίου του Πόντου εις την Χαλκηδονίαν ακτήν υπήρχεν ο καλούμενος Φρίξου λιμήν.
«Τον γαρ προς τη άκρα της Προποντίδος θαλάσσης κείμενον ναόν, ο Ιάσων ποτέ τοις δώδεκα θεοίς καθιέρωσε, κατηρειπωμένον ανήγειρε και τον έπι τω Φρίξω λεγόμενα» λιμένι της Αρτέμιδος ναόν κατεκαίνισε»658.
«Έστί δε και Φρίξου λιμήν παρά τω στόματι του Πόντου εν τη Χαλκηδονία περαία»659.
ΒΕΒΡΥΚΕΣ.
Από την Μυσίαν οί Αργοναύται ήλθον εις την χώραν των Βεβρύκων, των οποίων τότε βασιλεύς ήτο ο Άμυκος, υιός του Ποσειδώνος και της νύμφης Βιθυνίδος.Επειδή δε ούτος ήτο γενναίος (έκαμνε τον παληκαρά), εξηνάγκαζε τους ξένους, όσοι ήρχοντο εκεί εις την χώραν του, να πυγμαχήσουν μαζί του και κατ' αυτόν τον τρόπον τους εφόνευε. Μόλις λοιπόν προσωρμίσθησαν εκεί οι Αργοναύται, επροκάλεσε τον καλλίτερον εξ αυτών εις πυγμαχίαν. Τότε ό Πολυδεύκης, υποσχεθείς οτι θα πυγμαχήση μαζί του, τον εκτύπησεν εις τον αυχένα και τον εφόνευσε660.
Λέγεται όμως ότι ο Ιάσων και όχι ο Πολυδεύκης εμονομάχησε με τον Άμυκον661.
Ούτος ό Άμυκος, βασιλεύς των Βεβρύκων, «πρώτος εύρεν ιμάντας τους πυκτικούς662.
Άλλος αρχαίος βασιλεύς των Βεβρύκων μνημονεύεται ο Μύγδων663.
Και οι Βέβρυκες εξηναγκάσθησαν να μεταναστεύσουν μαζί με τους Μυσούς νοτιώτερον, όταν εγκατεστάθησαν εις τους τόπους εκείνους οι Βιθυνοί, από τότε δε η χώρα, η περιλαμβανομένη από την παραλίαν της Δαρδανίας μέχρι της Νικομήδειας, ως και η μέχρι του Ολύμπου ενδοχώρα, ωνομάζετο Βιθυνία, κατοικουμένη κατά το πλείστον υπό Βιθυνών.
«Χάρων δε φησι και την Λαμψακηνών χώραν πρότερον Βεβρυκίαν καλείσθαι από των κατοικησάντων αυτήν Βεβρύκων, το δε γένος αυτών ηφάνισται δια τους γενομένους πολέμους664.
ΒΙΘΥΝΟΙ.
Οί Βιθυνοί εγκατεστάθησαν από την Θράκην εις την απέναντι παραλίαν της Μικράς Ασίας μόλις κατά τον έβδομον π. Χ. αιώνα αποδιώξαντες, ως είπομεν, τους Μυσούς από τα παράλια εις το εσωτερικόν.
Ό Όμηρος αγνοεί τους Βιθυνούς, διότι ή εγκατάστασις των εκεί έγινε δυο αιώνας μετ' αυτόν.
«Βιθυνοί, Θράκες Βιθυνοί έθνος665.
Αρχαιότατα οι Βιθυνοί κατοικούσαν εις την ανατολικήν παρά τον Εύξεινον Θράκην, ωνομάσθησαν δε τοιουτοτρόπως από τον γενάρχην Βίθυν.
«Έτεροι δε Βίθυν άρξαι πρώτον των Βιθυνών, παίδα Διός και Θράκης, ους επωνύμους εκατέρα γενέσθαι φασί»666.
Ότι δηλαδή από την νύμφην Θράκην ωνομάσθη η χώρα Θράκη, από δε τον Βίθυν η Βιθυνία και οι Βιθυνοί.
«Λέγει δε ο Αρριανός και ότι άλλοι Όδρυσον παίδας φασι τον Θυνόν και τον Βιθυνόν, ων η χώρα ομώνυμος»667.
Κατά δε τον Στέφανον Βυζάντιον Βιθύαι• έθνος Θράκης από Βίθυος, υίού του Άρεως και της Σήτης, αδελφής του Θρακός βασιλέως Ρήσου668.
«Και Βιθυόπολις, πόλις από Βίθυος»669.
0ι Βιθυνοί κατά τον Ηρόδοτον ήλθον εις την Μ. Ασίαν από τον Στρυμόνα εκδιωχθέντες υπό των Μυσών και των Τεύκρων.
Κατά τον σχολιαστήν Απολλωνίου του Ροδίου «υπάρχουν δυο Βιθυνίαι, ή μεν εις την Ευρώπην περί την Σαλμυδησσόν, ή δε εις την Ασίαν μέχρι του Βοσπόρου», όπερ είνε ακριβέστατον.
Ιδρυτής της δυναστείας των Βιθυνών ύπηρξεν ο Βοτύρας, υιός του Διδάλσου.
Βίας ο υιός τούτου, 378—328 π. Χ., πρώτος έλαβε τον τίτλον του βασιλέως των Βιθυνών.
Ζυποίτης, υίός και διάδοχος αύτου, 328—281 π. Χ.
Νικομήδης Α', υίός του, τω 281—246 π. Χ.
Προνοίας και Ζήλας, υίοί του, 246 — 236 π. Χ.
Προνοίας Α', 232—194 π. Χ.
Νικομήδης Β', 154—92 π. Χ.
Νικομήδης Γ', 92—77 π. Χ.
Ό Αισχύλος λέγει, ότι οι Βιθυνοί ήσαν καλοί ακοντισταί670.
«Τους δε Βιθυνούς και ναυτικωτάτους ιστορούσι γενέσθαι ποτέ και την αυτών γήν πάμφορον τε και εύδενδρον»671.
Οι Βιθυνοί διεκρίθησαν δια τον στοιχειώδη πολιτισμόν των, εις τον όποίον πολύ συνετέλεσαν και αι γειτονικοί Ελληνικαί αποικίαι.
Διετήρησαν όμως και την πολεμικότητά των.
Άνδρες διακριθέντες δια την παιδείαν των εκ Βιθυνίας υπήρξαν Ξενοφάνης ο φιλόσοφος, Διονύσιος ο διαλεκτικός, ο Ίππαρχος, ο Θεοδόσιος και οι παίδες αυτού μαθηματικοί, Κλέαρχος ο ρήτωρ, ο γραμματικός Μυρλιανός Ασκληπιάδης και ο ιατρός Προυσιεύς.
Προς νότον των Βιθυνών ήσαν οι νοτίως του Ολύμπου Μυσοί, δια τούτο δε το τμήμα εκείνο ωνομάζετο Μύσιος Όλυμπος. Κυρίως η Μυσία εξετείνετο από του Ολύμπου μέχρι του Σαγγαρίου. Το δε από Νικομήδειας μέχρι της Ηράκλειας τμήμα ήτο χώρα των Θυνών Θρακών.
Οι Βιθυνοί και οι Θυνοί εθεωρούντο ως μία φυλή. Κυρίως δε την διάκρισιν μεταξύ αυτών την κάμνει ο Ηρόδοτος λέγων «.Θρήικες οί Θυνοί τε και Βιθυνοί» 672.
ΘΥΝΟΙ.
Οί Θυνοί δεν είχον εκπολιτισθή, όπως οι Βιθυνοί. Τούτο ίσως πρέπει να αποδοθεί εις την έλλειψιν Ελληνικών αποικιών εις την χώραν των. Διεκρίνοντο δε δια την αγριότητα των, ως φοβεροί ακοντισταί και δια τας νυκτερινάς των εφόδους. Είχον δε επιτεθή νύκτα και κατά του Ξενοφώντος, όταν διήρχετο την χώραν των με το υπολειφθέν μέρος των μυρίων. Τότε οι Θυνοί επολιόρκησαν τους εκ τούτων απομονωθέντας Αρκάδας, οι όποιοι είχον επιδοθή εις την λεηλασίαν της χώρας των, κατέστρεψαν τους περισσοτέρους και οι άλλοι ηναγκάσθησαν να συνθηκολογήσουν673.
Ότι οι Θυνοι και οι Βιθυνοί εν γένει ήσαν έθνη πολεμικά, καταφαίνεται και από το γεγονός, οτι ο βασιλεύς της Βιθυνίας Προυσίας εμισείτο από τους υπηκόους του, διότι έτυχε να έχη όψιν ειδεχθή και σώμα μικροκαμωμένον, προς τούτοις δε, διότι ένεκα της τρυφής είχε σώμα γυναικείον και δεν είχε τίποτα το ανδρικόν. Προς τούτοις ήτο δειλός, ξένος προς τας σκληραγωγίας και τας πολεμικάς επιχειρήσεις και εν γένει εκτεθηλυμμένος καθόλον του τον βίον και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν, ήτο δηλαδή τοιούτος, όποιον δεν τον θέλουν τον βασιλέα των όλοι μεν οι λαοί, προ πάντων δε το πολεμικώτατον έθνος των Βιθυνών674.
Κατά δε τον Πελοποννησιακόν πόλεμον ο στρατηγός των Σπαρτιατών Δερκυλίδας εκστρατεύσας εναντίον των Θυνών κατέλαβε την χώραν των.
Ήλθον δε τότε εις τον Δερκυλίδαν ως σύμμαχοι εκ μέρους του Σεύθου έως διακόσιοι ιππείς και τριακόσιοι πελτασταί Όδρύσαι.
Ούτοι αμέσως με την πρώτην ευκαιρίαν επεδόθησαν εις την λεηλασίαν, συνέλαβον πολλούς αιχμαλώτους καί έλαβον πολλά χρήματα από τους Θυνούς. Ορμήσαντες όμως οι Θυνοί παμπληθείς κατέστρεψαν όλους τους Οδρύσας, όσοι είχον επιδοθή εις την λεηλασίαν. Όταν δε ήλθον οί Ελληνες του Δερκυλίδα εις βοήθειαν των Οδρυσών, δεν εύρήκαν τίποτε άλλο εις το στρατόπεδον ει μη νεκρούς γυμνούς. Επί τόπου έσπευσαν και άλλοι Οδρύσαι, οι όποιοι, αφού έθαψαν τους νεκρούς των, εμέθυσαν καλά, έκαμαν Ιπποδρομίας, κατόπιν δε στρατοπεδεύσαντες πλησίον των Ελλήνων επεδίδοντο εις την λεηλασίαν τής Βιθυνίας, διότι οι Θυνοί πολλάκις επολέμησαν εναντίον των Οδρυσών και ως εκ τούτου τώρα τους εξεδικούντο δια προηγουμένας συμφοράς675.
ΜΑΡΙΑΝΔΥΝΟΙ.
Έξετείνοντο ούτοι εις την ανατολικώς του Σαγγαρίου χώραν, η οποία ήτο πλουσιωτάτη και ευφορωτάτη.
Ενθεν δ' αντιπέραν πόταμου στόμα Σαγγαρίοιο
και Μαριανδυνών ανδρών έριθηλέα γαίαν676.
Εκ των παραλίων της τότε Μυσίας (κατόπιν Βιθυνίας) οι Αργοναύται ήλθον εις τους Μαριανδυνούς και εκεί τους ύπεδέχθη φιλοφρόνως ο βασιλεύς αυτών Λύκος677.
Εις την χώραν των Μαριανδυνών μάλλον άνηκε παρά εις την των Θυνών η Ηράκλεια ή και Ποντοηράκλεια λεγομένη, πόλις Ελληνική, αποικία των Μεγαρέων.
Περί της καταγωγής των Μαριανδυνών υπήρχεν αμφιβολία και εις τους αρχαίους συγγραφείς, ουδείς δε εξ αυτών λέγει τι το συγκεκριμένον περί αυτών εκτός του Στράβωνος, όστις λέγει περί των Μαριανδυνών. «Ούτε διάλεκτος ούτε άλλη τις εθνική διαφορά περί τους ανθρώπους αυτούς φαίνεται, είνε δε όμοιοι προς τους Βιθυνούς». Φαίνεται λοιπόν, οτι και αυτοί ήσαν θρακικόν φύλον. Έχει δε λεχθή και τούτο, οτι πρώτοι οι Μιλήσιοι άποικοι, οι κτίσαντες την Ήράκλειαν, κατέστησαν είλωτας τους Μαριανδυνούς, τους προκατέχοντας τον τόπον, ώστε και επωλούντο υπ' αυτών ως δούλοι εις διάφορα μέρη της Ελλάδος678.
Η Ηράκλεια υπό μεν του Ξενοφώντος θεωρείται αποικία των Μεγαρέων, υπό δε του Στράβωνος των Μιλησίων.
Ο δε Όλυμπος της Βιθυνίας περιοικείτο εις τα βόρεια αυτού υπό των Βιθυνών, των ΜΥΓΔΟΝΩΝ και των ΔΟΛΙΩΝΩΝ ή Δολώνων Θρακών, εις δε τα νότια υπό των Μυσών, μέρη δε τινα αυτού τα κατείχον οι επίκτητοι λεγόμενοι Φρύγες.
Οι ΔΟΛΙΩΝΕΣ κατοικούσαν τα μέρη εκείνα εις παναρχαίαν εποχήν. Οταν οι Αργοναύται ήλθον εκεί, έφιλοξενήθησαν παρ' αυτών, συνέβη όμως το έξής έπεισόδιον εκ παρεξηγήσεως.
«Από την Λήμνον οι Αργοναύται έφτασαν και προσωρμίσθησαν εις την χώραν των Δολιώνων, των οποίων έβασίλευεν ο Κύζικος. Ούτος τους υπεδέχθη φιλοφρόνως. Άναχωρήσαντες από τους Δολίωνας την νύκτα και περιπεσόντες εις αντιθέτους ανέμους, πάλιν προσωρμίσθησαν εις τους Δολίωνας. Ούτοι, δε έκλαβόντες οτι απεβιβάσθη Πελασγικός στρατός (διότι έτυχε να πολεμώνται συνεχώς υπό των Πελασγών) συνήψαν την νύκτα μάχην αγνοούντες προς αγνοούντας. Αφού δε εφόνευσαν πολλούς οι Αργοναύται, μεταξύ των οποίων και τον βασιλέα Κύζικον, όταν έγινεν η ημέρα, άμα ως ενόησαν τί κατά λάθος συνέβη, οδυρόμενοι δια την συμφοράν έκοψαν τας κόμας των και τον βασιλέα των Δολιώνων Κύζικον έθαψαν πολυτελώς»679.
Η Βιθυνία έκτος του Ολύμπου είχε πλησίον της Κυζίκου και άλλο όρος το Δίνδυμον, μονοφυές (μονοκόμματο), το όποιον είχε και ιερόν της μητρός των θεών, της Ρέας Δινδυμήνης, ιδρυθέν εκεί υπό των Αργοναυτών680.
Τοιαύτη λοιπόν ήτο η εθνολογική κατάστασις των χωρών εκείνων, δηλαδή της Τρωάδος, Δαρδανίας, Μυσίας, Βιθυνίας και της χώρας των Μαριανδυνών κατά την παναρχαίαν εποχήν μέχρι του Τρωικού πολέμου. Βραδύτερον όμως η κατάστασις ήλλαξεν. Ήδη από της εποχής του Τρωικού πολέμου είχον αρχίσει αι μεταβολαί. Διότι από την Κύζικον μέχρι του Πρακτίου εγκατεστάθησαν οι Φρύγες, πέριξ της Αβύδου οι Θράκες, προτήτερα δε απ' αυτούς οι Βέβρυχες και οι Δρύωπες Θράκες, τα δε νοτιώτερα τα κατέλαβον οι Τρήρες, Θράκες και αυτοί, την δε πεδιάδα της Θήβης οι Μήονες (Μαίονες).
Μετά δε τα Τρωικά έγιναν εις τα μέρη ταύτα και Ελληνικαί αποικίαι, αι οποίαι ήλλαξαν ουσιωδώς τον χαρακτήρα των χωρών τούτων, αι έφοδοι των Τρηρών και των Κιμμερίων, των Λυδών και των Περσών, των Μακεδόνων και των Γαλατών, αι οποίαι διετάραξαν όλα και επήλθεν η σύγχυσις περί της εθνολογικής συστάσεως της χώρας. Αλλ' ή παρατηρούμενη σύγχυσις και ασάφεια επήλθεν όχι μόνον ένεκα των μεταβολών τούτων, άλλα- και δια την έλλειψιν συμφωνίας μεταξύ των ιστορικών και γεωγράφων, οι οποίοι δια τα ίδια ζητήματα δεν λέγουν τα ίδια πράγματα.
Η μεν λοιπόν παλαιά μνήμη, λέγει ο Στράβων, τοιαύτην τινά υπαγορεύει την θέσιν των εθνών τούτων. Το να προσδιορίση δε κανείς τα όρια των εθνών τούτων εις μεταγενεστέραν εποχήν είνε έργον δυσκολώτατον. Προ πάντων δε κατά τον Τρωικόν πόλεμον και υστέρα απ' αυτόν έγιναν αι έφοδοι και αι μεταναστεύσεις των εθνών τούτων, οπόταν δηλαδή ακριβώς διάφορα θρακικά φυλά και οι Ελληνες ώρμησαν κυριολεκτικώς να καταλάβουν τας ξένας χώρας. Άλλά τούτο συνέβη και πολύ προ των Τρωικών. Αι μεταβολαί δε αύται και αι μετακινήσεις των εθνών τούτων ήλλαξαν ουσιωδώς τα περισσότερα, διότι άλλοτε μεν άλλοι επικρατούσαν, άλλοι συνέχεον την εθνολογικήν των σύστασιν, άλλοι δε πάλιν εκ των επικρατούντων διεσκόρπιζον τους υποτασσομένους. Διότι μετά την άλωσιν της Τροίας επεκράτησαν οι Φρύγες και οι Μυσοί ως πολυπληθέστεροι, έπειτα ήλθον οι Λυδοί και μαζί με αυτούς οι Αιολείς και οι Ίωνες, έπειτα οι Πέρσαι και οι Μακεδόνες, τελευταίοι δε οι Ρωμαίοι, επί της εποχής των οποίων τα περισσότερα των εθνών τούτων έχασαν και απέβαλαν και τας διαλέκτους και τα ονόματα των, διότι οι Ρωμαίοι έκαμον άλλην διαίρεσιν της χώρας ταύτης. Τότε δε τα σύνορα των διαφόρων τούτων εθνών έγιναν δυσδιάκριτα και παρεμπίπτοντα εις άλληλα. Εις την σύγχυσιν δε αυτήν των εθνολογικών συνόρων συνετέλεσε προ πάντων η μέθοδος και το σύστημα των Ρωμαίων, κατά το όποιον δεν εχώριζαν τας επαρχίας κατά έθνη, άλλα διέταξαν, όπως η διαίρεσις των επαρχιών γίνη κατά διοικήσεις αναλόγως προς τον τόπον ή την πόλιν, όπου ήτο εκολώτερον να γίνωνται αι συγκοινωνίαι και αι αγοραί, ως και προς την δικαιοδοσίαν των διαφόρων διοικητών, μικρών ή μεγάλων αναλόγως προς την σπουδαιότητα των πόλεων ή την αξίαν εκάστου τόπου.
Εκτος τούτου εις την σύγχυσιν των εθνολογικών ορίων των εθνών τούτων τα όποια, ως είπομεν, ήσαν Θρακικά, διότι κατοικούσαν την απέναντι της Θράκης χώραν και δεν είχον καμμίαν διαφοράν αναμεταξύ των— συνέτεινε πάρα πολύ και τούτο, ότι δηλαδή τα Θρακικά ταύτα έθνη ως φύσει ρωμαλέα και πολεμικά αποτελούσαν τα στελέχη των ανατολικών ρωμαϊκών λεγεωνών και ως στρατιώται δεν ήτο δυνατόν να έχουν οριστικήν και μόνιμον κατοικίαν και να μένουν δια παντός είς τα μέρη των, αλλ' ήσαν κατά το πλείστον πλανήτες και είχον πλέον συνηθίσει άλλοτε μεν ν' αποδιώκουν, άλλοτε δε να αποδιώκωνται.
Και προηγουμένως μεν, αν και τα Θρακικά ταύτα έθνη ήσαν μικρά και άσημα, αλλ' όμως δια την ευανδρίαν των και επειδή είχον την ανεξαρτησίαν των, δεν έδιδον δυσκολίαν τινά εις το να διαγράφουν τα εθνικά των σύνορα. Κατόπιν όμως, όταν κατά το πλείστον ερημώθηκε η χώρα και αι πόλεις και οι κάτοικοι εξηφανίσθησαν, και αν τις ακόμη ήθελε κατορθώσει να εξακρίβωση ταύτα, ουδέν χρήσιμον ήθελεν εκτελέσει δια την ασημότητα και την αφάνειαν, εις την οποίαν περιήλθαν τα Θρακικά. ταύτα έθνη681.
* *
*
ΦΡΥΓΕΣ.
Η Φρυγία εξετείνετο προς ανατολάς της Τρωάδος και προς νότον της Μυσίας κατά μήκος αυτών, έφθανε δε προς νότον μέχρι της Λυδίας και προς ανατολάς κατά τους πανάρχαιους μεν χρόνους πολύ πέραν του Σαγγαρίου, κατά δε τους μεταγενεστέρους μέχρι αυτού. Περιελάμβανε δε η Φρυγία την κυρίως ή Μεγάλην Φρυγίαν, της οποίας μικρόν μέρος ήτο η διακεκαυμένη Φρυγία, και την επίκτητον ή Έλλησποντιακήν Φρυγίαν, ήτις περιελάμβανε τα νότια του Ολύμπου και τον Ελλήσποντον.
Η Φρυγία ήτο χώρα γονιμωτάτηκαι πλουσιατάτη, γνωστή δε εις τους Έλληνας από τους πανάρχαιους χρόνους. Ήτο επίσης πλουσιωτάτη και εις μεταλλεία, διότι ο φημισμένος πλούτος του Ταντάλου και των Πελοπιδών προήρχετο από τα μεταλλεία, τα όποία ήσαν περί την Φρυγίαν και το όρος Σίπυλον682.
Ο Ηρόδοτος λέγει, ότι οι Φρύγες ήσαν το αρχαιότερον έθνος του κόσμου683.
«Ανθρώπων αρχαιοτάτους οι μεν Αιγυπτίους, οι δε Θρύγας φασίν.
Έλλήνων δε αρχαιοτάτους Αθηναίους και τους πριν Πελασγούς, νυν δε Αρκάδας»684.
Ο Όμηρος αποκαλεί τους Φρύγας αιολοπόλους, έχοντας δηλαδή πολλήν και ποικίλην κτηνοτροφίαν. Ο Αισχύλος αποκαλεί την Φρυγίαν μηλόβοτον, έχουσαν πολλά πρόβατα. Ο δε Ηρόδοτος λέγει, ότι οι Φρύγες ήσαν «πολυπροβατώτατοι και πολυκαρπότατοι» εξ όσων εθνών αυτός εγνώρισε. Και ο Ευριπίδης εγκωμιάζει τας ευκάρπους γαίας των Φρυγών685.
«Ολβιωτάτους δε τους Φρύγας και Αρριανός ιστορεί, λέγων και ότι λέγονται Φρύγες παλαιότατοι ανθρώπων γενέσθαι και ότι μαίνονται τη Ρέα»686.
Κατά τον Ηρόδοτον, ως είπομεν, οι Φρύγες ήσαν το αρχαιότερον εκ των γνωστών εις την αρχαιότητα εθνών και μετ' αυτούς ήσαν οι Αιγύπτιοι687.
«Ηρόδοτος δε φησι και αυτός πρώτους ανθρώπων τους Φρύγας είναι ως και ο κωμικός εμφαίνει, ένθα το αρχαίον βεκκεσέληνον λέγει, από τε των Αρκάδων των προ της σελήνης μυθευομένων είναι και από το του βέκου688. Βέκος δε ο άρτος Φρυγιστί689.
Οι Φρύγες εγκατεστάθησαν είς την Μ. Ασίαν από την Μακεδονίαν πολύ προ του δεκάτου πέμπτου π. Χ. αιώνος ιδρύσαντες αργότερον, κατά τας αρχάς της πρώτης π. Χ. χιλιετηρίδας, την Φρυγικήν αυτοκρατορίαν με ακμαιότατον πολιτισμόν. Ο πολιτισμός ούτος επέδρασε σημαντικωτατα επί των Ελληνικών αποικιών, αι οποίαι εις μεταγενεστέραν εποχήν είχον εκεί ιδρυθή, προ πάντων δε θρησκευτικώς.
Οί Φρυγες κατά την προϊστορικήν ακόμη εποχήν αφήκαν σημαντικώτατα ίχνη πολιτισμού υπό πολλάς επόψεις. Η επίδρασις τούτων όμως επί της λατρείας των Ελλήνων εξεδηλώθη εμφαντικώτερον κατά την ιστορικήν προ πάντων εποχήν.
Ο Όμηρος αναφέρει την εκστρατείαν του Πριάμου κατά των Αμαζόνων. Εστρατεύθησαν δε τότε από τας όχθας του Σαγγαρίου μετά του Πριάμου και οι συγγενείς και οι σύμμαχοι των Τρώων Θρύγες υπό τους βασιλείς των Οτρέα και τον ισόθεον Μύγδονα. Και ο μεν Μύγδων ήτο υιός του Άμονος και πατήρ του Κορσίβου, όστις έγινε κατόπιν βασιλεύς των Φρυγών, ο δε Οτρεύς, βασιλεύς επίσης των Φρυγών, είχε θυγατέρα την Καλλικώπιν, ήτις έτεκε των Αινείαν690.
Κατά τον Τρωικόν δε πόλεμον οι Φρυγες έσπευσαν δια λόγους εθνικής αλληλεγγύης εις την Τροίαν υπό τους αρχηγούς των. Και από μεν την περιοχήν της Ασκανίας λίμνης αρχηγοί ήσαν ο Φόρκυς και ο θεόμορφος Ασκάνιος, από δε τον Σαγγάριον ο Άσιος, αδελφός της Εκάβης, υιός δε του Δύμαντος,
ος Φρυγίη ναίεσκε ροής επί Σαγγαρίοιο 691.
Η ορμητικότης του Σαγγαρίου ήτο γνωστή και εις τους αρχαίους.
Σαγγάριος, ος κυματ' επιτρέχει Αξείνοιο692.
Κατά τον Ηρόδοτον ο υιός του Γόρδιου Μίδας, αρχαίος βασιλεύς εις την Θράκην παρά το Βέρμιον όρος, ελέγετο ότι ωδήγησε τους Θράκας Βρίγας εις την Φρυγίαν, όπου μετωνομάσθησαν Φρύγες.
Η μαρτυρία αυτή του ιστορικού Ηροδότου αποδεικνύεται αληθής. Και ο Όμηρος εφρόνει, ότι οι Φρυγες εις παναρχαίαν εποχήν κατοικούσαν εις την χώραν του Σαγγαρίου693.
Ο Γορδίας Α' και ο Μίδας Α' είνε μυθικοί βασιλείς της Φρυγίας. Ο Μίδας ούτος κατέστη διάσημος. Περί τούτου υπήρχε παράδοσις, την οποίαν μας διέσωσεν ο Αιλιανός. Κατά ταύτην οι Φρύγιοι λόγοι ψάλλουν και ταύτα ότι, όταν ο Μίδας ήτο ακόμη νήπιον και ενώ εκοιμάτο, μύρμηκες εμβήκαν εις το στόμα του και έφερον εις αυτόν με μεγάλην φιλοπονίαν και φιλεργίαν το σιτάρι694.
Τούτο δηλαδή ήτο σημείον, ότι ο Μίδας θα γίνει πλούσιος.
Κατ' άλλην παράδοσιν εις τας Κελαινάς, όπου μέσα εις σπήλαιον ήτο κρεμασμένη, η δορά του Φρυγός, εάν κανείς τραγωδήση την Φρυγίαν αρμονίαν, τότε η δορά του Φρυγός κινείται, εάν δε την αρμονίαν του Απόλλωνος, τότε ακινητεί και φαίνεται κωφή695.
Ο δε Νάννακος υπήρξε βασιλεύς των Φρυγών, καθώς λέγει ο Ερμογένης εις τα Φρυγιακά του, προ των χρόνων του Δευκαλίωνος. Ούτος προγνωρίσας τον μέλλοντα κατακλυσμόν και συναθροίσας πάντας τους υπηκόους του εις τα ιερά ικέτευε τους θεούς με δάκρυα696.
Ό Μάνις επίσης υπήρξε παλαιός αγαθός και δυνατός δυνάστης των Φρυγών. Και οι Φρύγες τα μέχρι σήμερον λαμπρά και θαυμαστά έργα μανιακά ονομάζουν εξ αυτού697.
Άλλος μυθικός βασιλεύς των Φρυγών μνημονεύεται ο Δύμας, του οποίου την θυγατέρα Εκάβην έλαβεν ως σύζυγον ο Πρίαμος.
Απόγονος του αρχηγέτου των Φρυγών Μίδα και συνώνυμος ο Μίδας Β', υίός του Γόρδιου Β', ανέθηκεν εις τους Δελφούς τον βασιλικόν του θρόνον, εις τον όποιον καθημένος εδίκαζεν, ήτο δε κατά την μαρτυρίαν του Ηροδότου αξιοθέατος. Μετά τον Μίδαν δε πρώτος εκ των ξένων βασιλέων ο Γύγης, βασιλεύς των Λυδών, ανέθηκεν αναθήματα εις τους Δελφούς. Η δε σύζυγος του βασιλέως των Φρυγών Μίδα Ερμοδίκη λέγουν ότι ήτο όχι μόνον έξοχου καλλονής, αλλά και σοφή και τεχνίτρια και πρώτη έκοψε νομίσματα εις τους Κυμαίους699.
Ο Μίδας απέθανε κατά την εικοστήν πρώτην Ολυμπιάδα, δηλαδή τω 696 π. Χ , επί του τάφου του δε εγράφη επίγραμμα, το όποιον δια την απλότητα και φαντασίαν είνε άξιον αναγραφής.
Χαλκείη παρθένος ειμί, Μίδεω δ' επί σήματι κειμαι'
ες τ' αν ύδωρ τε ρέη και δένδρεα μακρά τεθήλη,
ηέλιός τ' ανιών λάμπη λαμπρή τε σελήνη,
και ποταμοί πλήθουσιν, ανακλύζη δε θάλασσα,
αυτού μένουσα πολυκλαύτω επί τύμβω
αγγελέω παριούσι, Μίδας ότι τήδε τέθαπται.
Το εις τον Μίδαν τούτο επίγραμμα ο αρχαίος σχολιαστής το αποδίδει εις τον Όμηρον, όστις μάλιστα ποιήσας αυτό κατά παράκλησιν των υιών του Μίδα Ξάνθου και Γόργου έλαβε παρ' αυτών φιάλην αργυράν, την οποίαν ανέθηκεν εν Δελφοίς εις τον Απόλλωνα.
Είπομεν ανωτέρω, ότι οι το κέντρον της Μικράς Ασίας κατέχοντες Φρύγες ήσαν λαός Θρακομακεδονικός κατά τον Ηρόδοτον, μεταναστεύσαντες από την άρχικην των εστίαν, το Βέρμιον όρος, εις την Μ. Ασίαν και ότι εις την Ευρώπην μεν εκαλούντο Βρίγες, εις δε την Ασίαν Φρύγες700.
Ήσαν δε οι Φρυγες οι κατ' εξοχήν ομόφυλοι των Θρακών.
Κυρίως ο αρχικός Πελασγικός κορμός —κατά τους υποστηρίζοντας ότι εκ των Πελασγών προήλθον οι Θράκες, Φρύγες και Έλληνες— απεσχίσθη εις δύο μεγάλα τμήματα, εις τους Θρακοπελασγούς και τους Φρυγοπελασγούς, διαιρεθέντα κατόπιν εις άλλα Θρακικά και Φρυγικά φύλα.
Επειδή δε η φυλετική συγγένεια καταφαίνεται προ πάντων από τας ομωνυμίας, εις τας οποίας πρώτος ο δαιμόνιος Στράβων εκ των αρχαίων έδωκεν εξαιρετικήν σημασίαν, σημειώνομεν επί της σπουδαιότατης ταύτης φυλετικής, ενδείξεως, ότι εις την Φρυγίαν πλησίον της πόλεως Πεσσινούντος υπήρχεν η Φρυγική πόλις Αβρόστολα (και Αβροστόλα και Αβρόστολαι) λεγομένη, εις την Θράκην δε παρά τον Ίστρον η Θρακική πόλις Δουρόστολον701.
Επίσης και τα Θρακικά Αβρό-τονον, Εβρύ-ζελμις κτλ.
Είς την Φρυγίαν επίσης υπήρχεν ή μεγάλη Φρυγική πόλις Δρούζον (η οποία επίσης ελέγετο και Δύρυζον), άλλα και εις την Θράκην, υπήρχεν η των Οδρυσών πόλις Δρουζιπάρα702.
«Πλην τούτου τα προς δυσμάς τε και ανατολάς της Προποντίδος και του Ευξείνου έθνη ήσαν κατά το πλείστον ομώνυμα, η δε των εν τη Μικρά Ασία αρχέγονος προς τους Αρίους συγγένεια είνε αποδεδειγμένη και από την γλώσσαν και από τα ανακαλυφθέντα μνημεία του βίου αυτών»703.
«Οι Φρύγες, οι το κέντρον της Μικράς Ασίας κατέχοντες και συγγενείς προς πάντας τους άλλους λαούς της Μ. Ασίας διατελούντες, προ πάντων δε προς τους Αρμενίους, τους πέραν των ορίων της Μ. Ασίας εις το Αρμενικόν οροπέδιον οικούντας, απετέλουν εις την Μ. Ασίαν τον κεντρικόν δεσμόν μεταξύ των Πελασγικών λαών από των υπωρειών του Καυκάσου μέχρι των όχθων του Αδρία. «Αρχαία παράδοσις, λέγει ο Ερνέστος Κούρτιος, και νέα έρευνα πείθουν ημάς ομοφώνως εις τους Φρύγας να ζητήσωμεν το σπουδαιότερον ενωτικόν στοιχείον (μεταξύ των Ελλήνων και του μεγάλου κορμού των δυτικών Αρίων).Ούτοι είνε τρόπον τινά ο αρμός, όστις ενώνει τους δυτικούς Αρίους προς τους ανατολικούς. Προς το μέρος της Ασίας είνε συγγενείς προς τους Αρμενίους, προς την άλλην δε διεύθυνσιν (την πρός την Ευρώπην) αποτελούν νέαν τινά αρχήν, θεωρούνται πρωτότοκοι πάντων των προς την δύσιν τραπέντων λαών. Ή Φρυγική γλώσσα μαρτυρείται στενώς συγγενής προς την Ελληνικήν, συγγενεστέρα ίσως πλέον η όσον ή Γοτθική προς την Γερμανικήν.
Φρυγικαί θρησκευτικαί λατρείαι και Φρυγικαί τέχναι αρχαιόθεν επιχωριάζουν εις την Ελλάδα, καθ' οίον τρόπον μόνον εις λαούς συγγενείς προς αλλήλους είνε δυνατόν να γίνη τούτο».
»Ταύτα εγραφεν ο Κούρτιος, καθ' όν έτι χρόνον επεκράτει εις τα εθνολογικά ζητήματα η θεωρία, ότι εξ Ασίας οι Άριοι λαοί της νοτίας Ευρώπης δια του Αρμενικού και του Φρυγικού οροπεδίου διεσπάρησαν εις την Μ. Ασίαν και εντεύθεν διέβησαν εις την νότιον Ευρώπην και ιδίως εις την Ελλάδα, λέγων κατ' ουσίαν τα αυτά όσα γνωρίζει σήμερον η επιστήμη περί Φρυγών μετά την ανακάλυψιν των Φρυγικών επιγραφών.
Αλλ' ή θεωρία, η περί της εξ Ασίας μεταναστεύσεως των Φρυγών, έπεσε σήμερον, η δε Φρυγία διατηρεί την ιδιότητα αυτής ως μεγάλου ενωτικού δεσμού μεταξύ των Ελληνοπελασγών και Θρακοπελασγών της Ευρώπης και της Μ. Ασίας και του.Αρμενικού οροπεδίου. Αλλά το κύριον ζήτημα είνε το περί της συγγενείας των Φρυγοπελασγικών λαών της Ασίας προς τους Θρακομακεδόνας και για τούτων προς τους προγόνους των Ελλήνων της Ευρώπης Πελασγούς. Αυτή η περί της εκ Μακεδονίας εις Ασίαν μετοικήσεως των Φρυγών παράδοσις ουδέν άλλο κυρίως μαρτυρεί η την συγγένειαν των εν Ασία Φρυγών προς τους εν Ευρώπη Θρακομακεδόνας. Πολλαί δε άλλαι παραδόσεις μαρτυρούν την συγγένειαν ταύτην. Μίδας ο μυθικός βασιλεύς εις την Φρυγίαν, συνάμα δε και εις την Μακεδονίαν, όπου υπήρχον οι περίφημοι κήποι του Μίδα, ουχί διότι αι δυο αύται χώραι απετέλουν εν κράτος, αλλά διότι αι αυταί παραδόσεις περι Μίδου επεχωρίαζον εις αμφοτέρας τας χώρας»704.
Οι Φρύγες ήσαν λαός αγροτικός και ποιμενικός και ουχί πολύ διάφορος του Ελληνικού. Ήτο εξ ίσου με τους Έλληνας ευφάνταστος λαός. Ως γνωστόν δε, και ο Αίσωπος ήτο Φρύξ.
Ο Αίσωπος ήτο Θραξ (Φρύξ) το γένος, ελευθερώθη δε υπό Ίδμονος του κωφού. Ο Αίσωπος εχρημάτισε δούλος Ξάνθου του Λυδού, κατ' άλλους δε του Ιάδμονος, του οποίου δούλη ήτο και η Ροδώπις, ήτις ήτο εταίρα Θράσσα το γένος και κατόπιν την έλαβεν ως σύζυγον Χάραξος ο αδελφός της Σαπφούς705.
Της Ροδώπιδος ταύτης υπήρχον εις τους Δελφούς ανάθημα οβελίσκοι πολλοί. Απελλάς δε ο Ποντικός νομίζει, οτι και εις την Αίγυπτον υπήρχε πυραμίς αυτής. Ήτο δε Θράσσα το γένος. Εδούλευσε δε με τον Αίσωπον εις τον Μιτυληναίον Ιάδμονα, ελευθέρωσε δε αυτήν Χάραξος ο αδελφός της Σαπφούς.
Η δε Σαπφώ την αποκαλεί Δωρίχαν706.
Οι Φρύγες, ως και οι Λυδοί, δεν έμειναν άσχετοι προς τους Αρίους της Ελλάδος. Πολλά αναγόμενα εις το θρήσκευμα και την ποίησιν εθρυλούντο ως εκ Φρυγίας εις την Ελλάδα επελθόντα. Ο δε Πέλοψ, ο υιός του Ταντάλου και αδελός της Νιόβης, όστις έδωκε το όνομα του εις την Πελοπόννησον και έγινεν αρχηγέτης των Ατρειδών, εκ της περί το Σίπυλον χώρας ελέγετο επελθών εις την Έλλάδα707.
Και τούτο συμπεραίνεται ευκόλως, διότι όλοι οι λαοί ούτοι ήσαν ομόφυλοι και συγγενείς αποτελούντες την Ελληνοπελασγικήν, Θρακοπελασγικήν, Φρυγοπελασγικήν ή απλώς την Πελασγικήν υπό ευρυτάτην έννοιαν ομοφυλίαν.
Είνε δε γνωστόν, ότι οι Έλληνες τας οργιαστικάς τελετάς του Διονύσου παρέλαβαν από τους Θράκας και Φρύγας. Αλλ' ενώ εις τους λαούς τούτους αι εορταί του Διονύσου ήσαν βακχεία τις τελούμενη ημέραν και νύκτα διεσκευασμένους Σκυθιστί, πίνοντας συνάμα και πληκτιζομένους προς αλλήλους και δι' ενθουσιαστικής φρυγιστί αρμονίας «αυλώ και κτυπώ κροτάλων τε και κυμβάλων και τύμπανων και ταις επιβοήσεσι και ευασμοίς και ποδοκρουστίαις» θεοφορουμένους, εκ της τοιαύτης του Διόνυσου ή Σαβαζίου εις την Ελλάδα και δη εις Αθήνας μετενεχθείσης οργιαστικής λατρείας των παρά Φρυξίν ή Κρησί Κουρητών και Κορυβάντων και των Θρακικών Βενδιδείων και Κοτυτίων παρήχθη εις την Ελλάδα το άριστον και τελειότατον είδος της ποιήσεως, η δραματική ποίησις, και εκ του χορού των Κουρητών και Κορυβάντων της Κρήτης και Φρυγίας και των Κλωδώνων και Μιμαλλόνων της Θράκης παρήχθησαν οι θαυμάσιοι χοροί των τριών μεγάλων τραγικών708.
Οι Θράκες και οι Φρύγες ήσαν λαοί συγγενείς. Αι θρησκευτικοί τελεταί των φυλών τούτων ευρίσκονται εις στενήν σχέσιν. Προσέτι και το όνομα Σαβάζιος του Θρακικού Βάκχου είνε το αυτό προς το του Δινύσου της Φρυγίας. Η συνάφεια δε μεταξύ των ναών των θεών και της αρχής της νομισματοκοπίας υφίσταται, διότι οι τύποι των αρχαιοτάτων θρακικών νομισμάτων δηλώνουν το θρήσκευμα της χώρας, ιδίως δε τας αγρίας οργιαστικάς ιεροτελεστίας, τας πανηγυριζομένας επάνω εις τα όρη της Φρυγίας και της Θράκης εις τιμήν του Διόνυσου ή του Σαβαζίου709.
Ο Σαβάζιος, θεός καθαρώς Θρακοφρυγικός, αφωμοιώθη εντελώς προς τον Διόνυσον, τον θεόν του οίνου.
Αλλ' έκτος του Σαβαζίου και η Ρέα ήτο θεότης καθαρώς Φρυγική. Εις την Λυδίαν η Ρέα ελέγετο Κυβήβη. Ελατρεύθη δε και εις τους Λυδούς, οι όποιοι ήσαν και αυτοί έθνος Θρακοφρυγικόν, διότι το ορός Δίνδυμον, το κατ' εξοχήν όρος, όπου ελατρεύετο η Ρέα, εκείτο εις τα σύνορα Λυδίας και Φρυγίας.
Ελέγετο δε και Άγδιστις «Άγδιστις, η αυτή τη μητρί των Θεών»710.
Ελέγετο δε και μεγάλη μήτηρ των θεών, μήτηρ των 0λυμπίων711.
Εξ αυτής εγεννήθη ο Ζευς εις την Κρήτην, οπού δηλαδή συνηντήθησαν και συνεχωνεύθησαν κατά πρώτον τα ασιατικά και τα ανατολικά θρησκεύματα. Ήτο δε η Κυβέλη ή Ρέα θεότης μυστηριωδώς παραγωγός και ζωοδότειρα της φύσεως.
Αλλ' η Κυβέλη, θεατής της Γης, είχεν εις την Μικράν Ασίαν χαρακτήρα, τον οποίον ούτε η Γαία ούτε η Δημήτηρ είχον εις την Ελλάδα. Δεν είνε η θεά των καλλιεργημένων αγρών και των γονίμων κοιλάδων, αλλ' η γη εις την ελευθέραν και αγρίαν ενέργειαν αυτής, οποίαν βλέπομεν αναπτυσσομένην επάνω εις τας κλιτύας και τας φάραγγας των ορέων, των οποίων οι μεγάλοι όγκοι ευρίσκονται υψηλότερα των κοιλάδων. Είνε η μήτηρ φύσις λατρευομένη, όπου η δύναμις επιφαίνεται περισσότερον και όπου περισσότερον εκπλήττει τον άνθρωπον. Ή Κυβέλη ουσιωδώς είνε «η ορεστέρα θεά», όπως απεκάλουν αυτήν, η ενθρονιζομένη επάνω εις τας ύψηλάς κορυφάς και εις τας αδιάβατους ερημιάς των δασών. Βασίλισσα της αγρίας φύσεως δεσπόζει αυτής καθ' ολοκληρίαν, τα δε εις τας κτήσεις αυτής κατοικούντα ζώα υπακούουν εις αυτήν και αποτελούν την ακολουθίαν της712.
Οι ιρείς της Κυβέλης εκαλούντο Κουρήτες.
Οι παραδόντες τα Κρητικά και τα Φρύγια χαρακτηρίζουν τους Κουρήτας ως δαίμονας ή προπόλους των θεών, ταύτα δε ως εμπεπλεγμένα με ιερουργίας, εκ των οποίων άλλαι μεν είνε μυστικαί, άλλαι δε περιστρέφονται και αναφέρονται εις την παιδοτροφίαν του Διός εις την Κρήτην και εις τους οργιασμούς της μητρός των θεών εις την Φρυγίαν και εις τους περί την Ίδην Τρωικούς τόπους. Οι ίδιοι δε αποφαίνονται, ότι με τους Κουρήτας τούτους οι ίδιοι είνε οί ,Κορύβαντες και οι Κάβειροι και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι και οι Τελχίνες713.
Η λατρεία της μητρός των Θεών, ως απεκαλείτο η Ρέα, διασπαρείσα ενωρίς ανά την Ελλάδα, μετεφέρθη από την Φρυγίαν, όπου ανήρχετο εις την απωτάτην αρχαιότητα. Όλη η χερσόνησος της Μ. Ασίας ανεγνώριζεν εις την Ρέαν την πρώτην και μεγίστην των θεοτήτων. Αι κορυφαί των κυριωτάτων ορέων αυτής ήσαν αφιερωμέναι εις την Μεγάλην Μητέρα. Εβασίλευε μόνη επί της Τρωικής Ίδης, επί του Σιπύλου της Μυσίας, του Λυδικού Τμώλου, των ορέων της Φρυγίας και της Βιθυνίας. Αναλόγως δε των διαφόρων χωρών, εις τας οποίας ελατρεύετο, εκαλείτο Σιπυληνή, Δινδυμήνη, Βερικυντία. Συχνάκις ωσαύτως εδηλώνετο με το επίθετον Κυβέλη, το οποίον πιθανώς εσήμαινε την θεάν των ορέων ή των σπηλαίων.
Η λατρεία αυτή, η οποία ηυξήθη εις τας πτυχάς των ορέων της Φρυγίας παρέλαβεν από το θέαμα της μεγάλης ταύτης φύσεως και από την παρατήρησιν των ετησίων φαινομένων, της αυξήσεως και του μαρασμού της βλαστήσεως, εμμανή ενδουσιασμόν εκρηγνυόμενον εναλλάξ εις παράφορον χαράν και εις στεναγμούς πόνων. Όταν οι ιερείς της Κυβέλης κρατούντες δάδα ανά χείρας ωρμούσαν επάνω εις τας κλιτύας του Δινδύμου εκβάλλοντες αγρίας κραυγάς και κρούοντες τα κύμβαλα και τα τύμπανα εν μέσω της άτακτου ορχήσεως και της παραφόρους των, εχαιρέτιζον αλληλοδιαδόχως την επάνοδον του όρους εις την ζωήν ή εθρήνουν τον θάνατον της βλαστήσεως.
Επάνω εις το Δίνδυμον, το ιερόν της Κυβέλης όρος, εδείκνυον εις τους επισκέπτας πλησίον ενός σπηλαίου, του αρχαιοτάτου ιερού της θεάς, την αρχικήν αυτής εικόνα υπό το σχήμα λίθου καταπεσόντος από τον ουρανόν.
Η θρησκεία της Κυβέλης είνε ουσιωδώς Φρυγικής καταγωγής, η οποία σχετίζεται προς την ιστορίαν του πολιτισμού και τους μύθους τους αφηγούμενους την θαυμασίαν ευδαιμονίαν, την οποίαν η χώρα αύτη απελάμβανεν επί των πρώτων αυτής βασιλέων Γόρδιου και Μίδα. Ο Μίδας, υιός του Γόρδιου, ήγειρεν εις την Πεσσινούντα τον πρώτον ναόν προς τιμήν αυτής. Οι Φρύγες, περικλεισμένοι κατ' αρχάς εις τα όρη των ως φυλή ποιμενική και κυνηγετική, κατήλθον με τον καιρόν εις τας πεδιάδας του Σαγγαρίου και επεδόδησαν εις την καλλιέργειαν της γης και της αμπέλου. Η Κυβέλη ηκολούθησεν αυτούς. Χωρίς να απολέση τον χαρακτήρα της ως θεά της αγρίας φύσεως, προίστατο εις όλας τας προόδους του γενομένου πολιτισμού, της γεωργίας, της συστάσεως κοινωνιών, της ιδρύσεως πόλεων, των οποίων τα τείχη μετ' ου πολύ έστεψαν όλους τους υψηλούς τόπους της Φρυγίας.
Η λατρεία της μεγάλης Φρυγικής θεότητος, η προ αμνημονεύτων χρόνων ιδρυθείσα εις την Μικράν Ασίαν, ενωρίς εγνωρίσθη εις τους Έλληνας δια των Ασιατικών αποικιών. Εις τας Θήβας εδεικνύετο πλησίον της οικίας του Πινδάρου βωμός, τον όποιον ίδρυσεν ο ποιητής εις την Μητέρα των θεών και άγαλμα της θεάς, έργον δυο Θηβαίων αγαλματοποιών. Και η προσφορά αυτή, η αποδοθείσα ες την Κυβέλην υπό ποιητού σφόδρα θεοσεβούς, πολύ προσηλωμένου εις τας αρχαίας παραδόσεις, μαρτυρεί την σπουδαιότητα, την οποίαν απέκτησεν εις την Ελλάδα η Φρυγική θεότης.
Η Ρέα ελατρεύετο προ πάντων εις την Κρήτην, όπου ιερείς αυτής ήσαν οι Κουρήτες, οίτινες ήσαν ανάλογοι προς τους Κορύβαντας της Φρυγίας. Η λατρεία της Ρέας ήτο πολύ διαδεδομένη εις την Κρήτην, διότι εκεί η Ρέα εγέννησε τον Δία.
Οργισθείσα δε η Ρέα, λέγει ο συναξαριστής των εθνικών Απολλόδωρος, δια τας ατασθαλίας του Κρόνου ήλθε μόνη εις την Κρήτην, όταν έτυχε να εγκυμονή τον Δία, εγέννησε δε εις το άντρον της Δίκτης τον Δία και τον έδωκε να τον θρέψουν οι Κουρήτες. Οι δε Κουρήτες, ένοπλοι εις το άντρον το βρέφος φυλάσσοντες, συνέκρουον τας ασπίδας με τα δόρατα, δια να μη ακούση την φωνήν του παιδός ο Κρόνος. Η δε Ρέα σπαργανώσασα λίθον έδωκεν αυτόν εις τον Κρόνον να τον καταπίη αντί του παιδιού, το όποιον εγέννησεν.
Απόδειξιν της μεγάλης εκτιμήσεως και του γενικού σεβασμού, τον όποιον απελάμβανεν η Ρέα είς την Ελλάδα, έχομεν και τούτο. Ο Αντισθένης, ως και πολλοί άλλοι άνδρες διαπρεπείς των Αθηνών, ήτο εκ μητρός Θραξ. Προς τον ονειδίσαντα δε αυτόν δια την τοιαύτην καταγωγήν του είπε «και η μήτηρ των θεών Φρυγία εστί».
Γενικώς ή Κυβέλη ελατρεύετο ως θεά της γονιμότητος και ευφορίας. Η λέξις όργια ελέγετο μεν και δια τας βακχικάς τελετάς, απεδίδει όμως προ πάντων εις τας Φρυγικάς, αι οποίαι εγίνοντο ατάκτως και θορυβωδώς οχι μόνον εις την Φρυγίαν, αλλά και είς την Ελλάδα.
Η λατρεία της Ρέας εις την Φρυγίαν εξακολουθούσε να είνε σπουδαιότατη. Πόση δε σημασία και οπόσος σεβασμός απεδίδετο εις αυτήν, αρκει να αναφέρωμεν, ότι όταν ποτέ έπεσεν εις την Φρυγίαν ασθένεια και η γη έμεινεν άκαρπος, οι Φρύγες ερώτησαν τον θεόν, δια να απαλλαγούν από το κακόν. Διετάχθησαν δε τότε να τιμούν την Κυβέλην ως θεάν. Έκτοτε ίδρυσαν βωμούς εις την Κυβέλην και ετέλουν θυσίας κατ' έτος τακτικώς προς τιμήν αυτής, εκ τούτου δε του γεγονότος έμεινε πιθανώς και ο χαρακτηρισμός
Ρέα Φρυγίας σώτειρα 1 .
Κατά τον Στράβωνα ο Σκήψιος λέγει, ότι αι τιμαι αυταί απεδίδοντο εις την Ρέαν από τους Φρύγας και Τρώας κατά τους πανάρχαιους χρόνους.
Καθ' έκαστον έτος επανηγύριζον επί πολλάς ημέρας εις τον Πεσσινούντα προς τιμήν της Κυβέλης μετά μουσικής μανιακής πενθούντες ή χαίροντες εναλλάξ παραφόρως και κατά την εορτήν ταύτην ακρωτηριάζοντο αίματηρώς με μαχαίρας. .
Εν γένει δε η Κυβέλη εις την Φρυγίαν έλατρεύετο θορυβωδώς και δαιμονιωδώς. Το άρμα της συνώδευον οι ιερείς της Κορύβαντες και πλήθος ανδρών με αγρίας κραυγάς, ορχήσεις οργιαστικάς, σάλπιγγας, κέρατα, αυλούς, κύμβαλα και έφερον εν πορεία το άρμα της εις τα όρη και εις τα δάση.
«Ολβιωτάτους δε τους Φρύγας και Αρριανός Ιστορεί λέγων, ότι μαίνονται τη Ρέα και προς Κορυβάντων κατέχονται, ήγουν κορυβαντιώσι δαιμονιωδώς. Όταν δε κατάσχη αυτούς τo θείον, ελαυνόμενοι και μέγα βοώντες και ορχούμενοι προθεσπίζουσι τα μέλλοντα, θεοφορούμενοι και μαινόμενοι» 3.
«Οι τελούμενοι τη Ρέα μαίνονται πληγέντες τα ώτα κτύποις οργάνων» (κυμβάλων, τύμπανων και, αυλών) .
«Κατά την Φρυγίαν εσέβοντο την μητέρα των θεών Ρέαν υπέρ πάντα θεόν. Ταύτη ουν τάς τελετάς ποιούντες οι Φρύγες κατέτεμνον εαυτούς μαχαίραις, ουκ αποκτείναι εθελοντές, αλλά μόνον αιμάξαι.
»Τούτο δε εποίουν κηλούμενοι αυλοίς, ίνα απόνως φέρωσι πληττόμενοι. Μετά δε τας πληγάς προς ακάθαρτους εχώρουν μίξεις γυναικών» 5.
Εις την Θράκην η Κυβέλη ελατρεύετο εις αρχαιοτάτην εποχήν. Εις δε τας τελετάς της ανεμίχθη και το κατ' εξοχήν θρακικον στοιχείον, το Διονυσιακόν.
Η θρακική θεότης Κοτυττώ συνεχέετο και εθεωρείτο πολλάκις ομοία με την Κυβέλην.
Οι δε ιερείς των τελετών της Ρέας ή Κυβέλης κατά την παναρχαίαν εποχην είχον αποκτήσει μεγίστην ισχύν και έφθασαν εις το σημείον του να θεωρούνται ιεροί, ήσαν τρόπον τινά, όπως οι άγιoι της χριστιανικής λατρείας, ώστε δεν ήσαν μόνον απλώς ιερείς και πρόπολοι των τελετών τούτων, αλλά και θεοί ακόμη είχον όνομασθη.
Και ο πρακτικώτατος και ευσεβέστατος της θεογονίας ποιητής Ησίοδος ένα αιώνα μετά τον Όμηρον λέγει περί αυτών.
Κουρήτες θεοί φιλοπαίγμονες ορχηστήρες.
Η δε Αδράστεια ήτο και αυτή θεότης Φρυγική, εσήμαινε δε δια τους Έλληνας το αναπόδραστον, το μοιραίον. Ήτο η ανάγκη προσωποποιουμένη,συνεδέετο δε στενώτατα με τον Δία, του οποίου εκτελούσε τρόπον τινά την ανωτάτην βουλην (θέλησιν), ταύτην δε ούτε και οι θεοί αυτοί ηδύναντο να αποφύγουν, ως χαρακτηρίζεται εις την γνωστοτάτην φράσιν «ανάγκα και θεοί πείθονται».
Καθώς λοιπόν η Νέμεσις, τοιουτοτρόπως και η Αδράστεια ήτο η εικών των αναπόφευκτων συνεπειών της οργής του Διός, του οποίου ετελείτο η ανωτάτη θέλησις και απόφασις.
Υπήρχε δε εις την Φρυγίαν και πόλις Αδράστεια, χώρα και ομώνυμος πεδιάς. Ο δε Καλλισθένης κατά τον Στράβωνα έλεγεν, ότι ωνομάσθη από τον αρχαίον βασιλέα Άδραστον, όστις είχεν ιδρύσει εκεί το πρώτον ιερόν. Ο Στράβων όμως περιγράφων την χώραν ταύτην λέγει, ότι εις την Φρυγίαν ουδέν ιερόν της Αδράστειας, αλλ' ούτε και της Νεμέσεως εδεικνύετο, αλλά μόνον περί την Κύζικον υπήρχε σωζόμενον ιερόν της Αδράστειας 2.
Οι Φρύγες εκάλουν τον Δία Βαγαίον και Σαβάζιον.
Επίσης εκαλείτο ο Ζευς από τους Φρύγας μεν Μαζεύς, από δε τους Λυδούς Μηδεύς ή Μηδινεύς.
«Μαζεύς ο Ζευς παρά Φρυξί».
«Μηδινεύς ή Μηδεύς παρά Λυδοίς ο Ζευς» 3.
Την δε εγχώριον θεόν των Άττιν ή Άτυν ώνόμαζον οι Φρύγες κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους Πάπαν.
«Την ουν Κυβέλην εις ακμήν ηλικίας αγαπήσαι των εγχωρίων τινά νεανίσκον, προσαγορευόμενον μεν Άττιν, ύστερον δε επικληθέντα Πάπαν» ι.
Έκτος τούτων οι Φρύγες ελάτρευον και τον θεόν Μήνα.
«Παρά Φρυξί Μήνα Σαβάζιον υμνούμενον και εν μέσαις ταις του Σαβαζίου τελεταίς» 2.
Ο Μην είχε μεγάλα ιερά εις την Φρυγίαν. Ό Στράβων μνημονεύει το ιερόν του Ασκαίου Μηνός, το οποίον υπήρχεν εις την επι των συνόρων της Πισιδίας Αντιόχειαν και το οποίον κατεστράφη κατά τον θάνατον του Αμύντα. Το ιερόν τούτο είχε πολυάριθμον προσωπικόν ιερέων και η ιερά πρότασις εξησκείτο. Επίσης κατά τον Στράβωνα το ιερόν τούτο είχε και πλήθος ιεροδούλων. «Μεταξύ δε της Λαοδικείας και των Καρούρων ιερόν εστί Μηνός Κάρου καλούμενον, τιμώμενον αξιολόγως' συνέστηκε δε καθ' ημάς—επι της εποχής του Στράβωνος—διδασκαλείον ιατρών μέγα υπο Ζεύξιδος».
Ό Αθηναίος επίσης ομιλεί περί Μηνός, κώμης εις την Φρυγίαν.
Τα ιερά του Μηνός τα κατέστησε γνωστά μόνον ο Στράβων.
Εις την συλλογήν του Ramsay, εις απόσπασμα επιγραφής, απαντά το όνομα του θεού Μηνός3.
Επίσης εις του Sterret. Ενορκιζόμεθα Μήνα καταχθόνιον, εις τούτο μνημείον μηδένα εισελθείν. Και άλλο, Μήνα κεχολωμένον (έπιγραφή επι σαρκοφάγου) 4.
«Μητέρα τ' αθανάτων Άττιν και Μήνα κικλήσκω» 5.
Η λατρεία του Μηνός βεβαιούται καθ' όλον το μήκος των συνόρων της Φρυγίας και Πισιδίας. 0 θεός παριστάνεται εις τα νομίσματα της πόλεως Πάππα και ευρέθησαν πλησίον της Απολλωνίας «εις όρος ιερός και άσυλος θεού επιφάνου Μηνός Επιφάνου».
Έλατρεύετο δε ο Μην εις την Παμφυλίαν ως Μην Φωσφόρος, εις την Καρίαν, Τραπεζούπολιν, Αφροδισιάδα, Μαγνησίαν. Υπήρχε και Μηνός κρήνη και Μηνύς άγαλμα. Μηνύς Φαρνάκου κτλ. 6.
Ή δε Μα ήτο θεά Φρυγική ή μάλλον Καππαδοκική, εισήχθη δε η λατρεία της εις την Θράκην και Μακεδονίαν υπό δούλων εκ Πόντου και Καππαδοκίας .
Ημείς φρονούμεν, ότι Μα (μήτηρ) ήτο αυτή αύτη η Ρέα.
θεά Μα ανικήτω.
θεά Μα ανεκήτω.
Κυρία θεώ Μα
Αλλ' έκτος της μεγάλης θρησκευτικής επιδράσεως επί των Ελλήνων οι Φρύγες, οίτινες ομολογουμένως ήσαν το σπουδαιότερον εξ όλων των θρακικών εθνών, διεκρίθησαν εις παναρχαίαν ακόμη εποχήν εις την μουσικήν, εις την οποίαν είχον φύσει εξαιρετικην κλίσιν, ιδιοφυΐαν και επίδοσιν. Εξήσκησαν δε αναμφισβητήτως μεγίστην επίδρασιν επί της θρησκευτικής μουσικής των Ελλήνων.
Φρυγικής προελεύσεως είνε τα κύμβαλα, τα κρόταλα, τα τύμπανα και ο αυλός. Οι αυλοί εις την Ελλάδα εκαλούντο Φρύγιοι και Βερεκύντιοι. Η κιθάρα ήτο Φρυγικόν μουσικόν όργανον. Περί τούτων ο ποιητής Ευριπίδης, ειδικότερος όλων των αρχαίων περί τα θρακικά ζητήματα, λέγει «βάρβαρος Ασιάτις ήχησις» και «βάρβαρα συρίζων με αυλούς Φρυγίους κατασκευασμένους από καλάμι του Ολύμπου» και «φωνή Ασιατικής κιθάρας» και τόσα άλλα
Και όχι μόνον ταύτα, αλλά και πολλά εκ των μουσικών οργάνων εξηκολούθουν να oνομάζωνται από τους "Ελληνας με ξενικά ονόματα, καθώς λ. χ. νάβλα, σαμβύκη, βάρβιτος, μάγαδις και άλλα τοιαύτα 3.
Πολλαχού του βιβλίου τούτου γράφομεν δια την μουσικήν επίδοσιν των Φρυγών, οίτινες εθεωρούντο οι εφευρέται της μουσικής.
Την μουσικήν αρμονίαν πρώτοι οι Φρύγες εύρον και μετεχειρίσθησαν. Δια τούτο και οι πλησίον των Ελλήνων αυληταί είχον Φρυγικά και δουλοπρεπή τα ονόματα, οποίος λόγου χάριν είνε ο παρά τω Αλκμάνι Σάμβας και Άδων και Τήλος, πλησίον δε του 'Ιππώνακτος ο Κίων, ο Κώδακος και o Βάμβυς.
Αι δε από τους βαρβάρους προελθούσαι αρμονίαι, φρυγιστί και λυδιστί, έγιναν γνωσταί εις τους Έλληνας από τους μαζί με τον Πέλοπα ελθόντας εις την Πελοπόννησον Φρύγας και Λυδούς.
Δύναται δε τις πανταχού της Πελοποννήσου να συναντήση χώματα μεγάλα, τα οποία ονομάζουν τάφους των μετά Πέλοπος Φρυγών 4.
Λέγουν δε, ότι και την πλαγίαν σύριγγα (πλαγίαυλον,) ευρήκε Σάτυρος o Φρύξ. Την δε τρίχορδον, καθώς και την διάτονον αρμονίαν, την ευρήκε ο εκ Φρυγίας επίσης Ύαγνις .
Διάσημοι ήσαν εις την Ελλάδα και πασίγνωστοι αι παρθένοι της Λυδίας ως αυλητρίδες και χορεύτριαι.
Οία παίζουσιν φίλαι
παρθένοι Λυδών κόραι,
κούφα πηδώσαι κόμαν,
κανακρούουσαι χεροίν 2
Τινές δε πάλιν επί το μυθικώτερον λέγουν, ότι πρώτοι σοφοί (μουσικοί) υπήρξαν οι καλούμενοι Ιδαίοι Δάκτυλοι, εις τους οποίους αποδίδεται η εύρεσις των Εφεσίων λεγομένων γραμμάτων και οι κατά μουσικήν ρύθμοί. Φρύγες δε ήσαν οι Ιδαίοι Δάκτυλοι 8.
Δια τούτο δε εξ όλων των θρακικών εθνών οι Φρύγες εθεωρούντο, ως ήσαν άλλως τε, οι πλέον μορφωμένοι.
Ο Αιλιανός, ο φιλόπονος και επιτήδειος συλλογεύς ανεκδότων ιστορικών, φυσικών φαινομένων και ηθικών απόψεων, λέγει εις την Ποικίλην ιστορίαν, ότι εκ των αρχαίων θρακών ουδείς εγνώριζε γράμματα, όλοι δε οι θράκες» οι κατοικούντες εις την Ευρώπην, ε θεωρούσαν αίσχος μεγάλο να μάθουν γράμματα. Οι θράκες όμως της Μικράς Ασίας ήσαν πεπαιδευμένοι και μετεχειρίζοντο τα γράμματα περισσότερον. Δια τούτο δε πολλοί ετόλμησαν να είπουν, ότι ούτε ο Ορφεύς ήτο σοφός, αφού ήτο Θραξ, εκτός εάν οι μύθοι ομιλούν ψευδώς περί αυτού 4.
Εις τον Αιλιανόν επίσης οφείλομεν μίαν σπουδαίαν, όσον και γραμματολογικώς περίεργον πληροφορίαν, ότι από τους πανάρχαιους Φρύγας διεκρίθη ο Δάρης, όστις προ του Όμηρου έγραψε την Φρυγίαν Ιλιάδα, την οποίαν και ο ίδιος Αιλιανός εγνώρισεν, επειδή, καθώς λέγει, εσώζετο και επί της εποχής του 5.
Άλλ' εκτός του Δάρητος και ο Θυμοίτης, υιός του Θυμοίτου του Λαομέδοντος, σύγχρονος αυτός του Ομήρου, συνέταξε την Φρυγίαν καλουμένην ποίησιν μεταχειρισθείς την αρχαίαν Φρυγικήν διάλεκτον και τα αρχαία γράμματα, δηλαδή τα Πελασγικά 6.
Σηαιωτέον δε, ότι Πελασγικά ωνομάσθησαν τα Φοινικικά γράμματα του Κάδμου, διότι τα μεταχειρίσθησαν πρώτοι οι Πελασγοί.
Ταύτα μετεχειρίσθησαν επίσης και ο Λίνος, ο Ορφεύς και ο διδάσκαλος, του Ομήρου Προναπίδης1.
Τα γράμματα ταύτα εισήγαγον εις την Βοιωτίαν οι μετά του Κάδμου Φοίνικες, δεν υπήρχον δε προηγουμένως εις τους Έλληνας. Μετά παρέλευσιν δε χρόνου τα μετέβαλαν κατά την φωνήν και τον ρυθμον των γραμμάτων. Οι Ίωνες τα παρέλαβαν από τους Φοίνικας, μεταρρυθμίσαντες δε αυτά τα μετεχειρίζοντο και δικαίως τα απεκάλεσαν Φοινικικά. Ο Ηρόδοτος είδε Καδμεία γράμματα εις το ιερόν του εν Θήβαις Ισμηνίου Απόλλωνος εγκεκολαμμένα εις τρεις τρίποδας, όμοια κατά το πλείστον με τα Ιωνικά 2.
Τα αρχαιότατα δημοτικά φσματα-ήσαν θρησκευτικού χαρακτήρας. Εις την Φρυγίαν εν καιρώ θερισμού εψάλλετο άσμα καλούμενον Λυτιεργής ή Λιτυεργής.
«Ωδήν τίνα Λυτιέρσαν, ην άδουσιν οι θερίζοντες, ως επίσημόν τινα γεγονότα τον Λυτιέρσαν, ανακαλούμενοι. Ήτο δε ούτος Μίδα υιός νόθος, οικών δε εν Κελαιναίς της Φρυγίας τους παριόντας ηνάγκαζε συν αυτώ θερίζειν, είτα αποκόπτων τας κεφαλάς τω δρεπάνω το λοιπόν σώμα τοις δράγμασιν ενειλών ήδεν. Ανηρέθη δε υπό Ηρακλέους, η δε ωδή βάρβαρος, Φρύγες γαρ αυτήν ήδον 3.
«Λιτυέρσης, εις τιμήν του Μίδου θεριστικός ύμνος επί τούτο συνετέθη 4.
Εις τους Μαριανδυνούς Θράκας υπήρχεν ύμνος, ο λεγόμενος Βόρμιος ή μάλλον Βώρμος.
«Βώρμος' θρήνος επί Βώρμου νυμφολήπτου Μαριανδυνών» 5.
«Μαριανδυνού θρηνητήρος πολύδακρυς ιαχή» 6.
«Μαριανδυνος θρήνος' δαιμονίως γαρ περί τους θρήνους σπουδάζουσι» 7.
«Επίσης δε και από τα άσματα μερικά ήθελε κατανοήσει τις, τα οποία εκείνοι κατά τίνα επιχωριάζουσαν εις αυτούς συνήθειαν τραγοδούντες αναπολούν και εγκωμιάζουν κάποιον από τους αρχαίους ήρωάς των ονομάζοντες αυτόν Βώρμον» 1
«Ιστέον δε, ότι επεχωρίαζον τοις Μαριανδυνοίς θρήνων αυληταί, ως και η παροιμία δηλοί, «Μαριανδυνού μεμνημένη θρηνητήρος».
Μυθεύεται δε παις Τιτίου ο Μαριανδυνός, όστις την οδυρτικήν αυλωδίαν ηύξησε και εδίδαξε τον πατέρα Μαρσύου του αυλητού, εξ ου και Μαριανδυνοί αυλοί επιτήδειοι τοις θρηνούσιν. Ούτος κυνηγετών, φασίν, απώλετο και οι Μαριανδυνοί εν ακμή θέρους εθρήνουν αυτόν»
«Θρηνητικοί δε και οι Κάρες, αφ' ων και Καρικά θρηνώδη αυλήματα» 3.
«Καρική μούση, τη θρηνώδει" δοκούσι γαρ οι Κάρες θρηνωδοί τίνες είναι και αλλοτρίους νεκρούς επί μισθώ θρηνείν» 4.
«Θρηνητικοί δε και οι Φρύγες, προσέτι δε και οι Μυσοί. Δίο και ο Αισχύλος φησί «βόα το φρύγιον» ήγουν θρήνείι»
Ή διάσημος Φρυγική αυτοκρατορία, καθώς και προηγουμένως είπομεν ήκμαζε πολύ προ της δωδέκατης π. Χ. εκατονταετηρίδας και είχε μεγάλον πολιτισμόν.
Οι Φρύγες υπήρξαν σπουδαιότατη φυλή εις αρχαιοτάτην εποχην με ακμαίον πολιτισμόν, όστις μαρτυρείται και πιστοποιείται δια των τελευταίων ευρημάτων.
Οι αρχαιότατοι Φρύγες κατοικούσαν εις σπήλαια και κοιλώματα βράχων και είχον την συνήθειαν να σχηματίζουν πόλεις μέσα εις βράχους και όρη λαξεύοντες αυτά.
Φαίνεται δε, ότι οι Φρύγες, επειδή είχον αρχαιότατον πολιτισμόν και ήσαν ευπορώτατοι, ως κατοικούντες εις ευφορωτάτην χωράν, επεδόθησαν εις μεταγενεστέραν εποχήν εις βίον μαλθακόν και θηλυπρεπή, δια τούτο δε σκώπτονται από τον Λουκιανόν 6.
Οι Φρύγες δούλοι, κατ' αντίθεσιν των άλλων Θρακών, εθεωρούντο νωθροί και οκνηροί. «Φρύξ ανήρ, άμα δαρή, γίνεται καλλίτερος και εργατικώτερος, επειδή θεωρούνται οι Φρύγες δούλοι ότι είνε οκνηρότεροι και νωχελέστεροι» 7.
«Οι Φρύγες δεν θάπτουν τους νεκρούς των, όταν αποθάνουν, αλλά τους στήνουν επάνω εις λίθους δώδεκα πήχεων.
Οι Φρύγες δεν ορκίζονται ούτε ομνύοντες ούτε τους άλλους εξορκίζοντες.
Εάν δε κανείς εξ αυτών σκοτώση βουν γεωργικον ή κλέψη εργαλείον γεωργικόν, τιμωρείται με θάνατον.
Φαίνεται δε, ότι τα Φρυγικά έθνη είναι σωφρονέστερα από τα άλλα έθνη, διότι σπανιώτατα ορκίζονται οι Φρύγες. Επικρατεί δε το θυμικόν εις τους Σκύθας και Φρύγας 1.
Οι Φρύγες πολιτικώς είχον υποταχθή εις τον Κροίσον περί τα 600 π. Χ. έπειτα εις τους Πέρσας και κατόπιν εις τους Μακεδόνας. Είναι δε από την εποχήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου πασίγνωστος η Ιστορία του Γορδίου δεσμού.
Βραδύτερον οι Γαλάται καταλαβόντες την πέραν του Σαγγαρίου Φρυγίαν εκυρίευσαν την πόλιν Άγκυραν, την οποίαν είχε κτίσει ο υιός του Γορδίου Μίδας.
Έκτός της Αγκύρας υπήρχεν εις την ανατολικήν πλευράν της Φρυγίας πλησίον του Σαγγαρίου η σπουδαιότατη πόλις ΠΕΣΣΙΝΟΥΣ, η οποία ήτο μέγιστον εμπορικον κέντρον. Η πόλις Πεσσινούς κατέστη διάσημος δια το ιερόν το αφιερωμένον εις την μητέρα των θεών Ρέαν, την οποίαν απεκάλουν Άγδιστιν. Ετύγχανε δε μεγάλου σεβασμού το ιερόν τούτο. Οι ιερείς του Ιερού τούτου τον παλαιόν καιρόν ήσαν δυνάσται τίνες καρπούμενοι και εκμεταλλευόμενοι την ιερωσύνην εις μεγάλον βαθμόν, κατά τους μεταγενεστέρους όμως χρόνους και αι τιμαί και τα κέρδη των ωλιγόστευσαν πολύ. Ο Πεσσινούς εξηκολούθησε να έχη πάντοτε μέγα εμπόριον ως εκ της θέσεως του. Το ιερόν της θεάς Ρέας συνεπληρώθη υπό των διαδόχων του Αττάλου με τέμενος και στοάς εκ χαλκού και λίθων. Οι δε Ρωμαίοι κατόπιν το κατέστησαν επιφανέστερον και μεγαλοπρεπέστερον.
Άνωθεν της πόλεως αυτής εξετείνετο το όρος Δίνδυμον, από το οποίον και η Ρέα έλαβε την επωνυμίαν Δινδυμήνη, καθώς από τα Κύβελα ωνομάσθη Κυβέλη. Πλησίον δε της πόλεως ρέει και ο Σαγγάριος. Πλησίον δε του Σαγγαρίου εύρίσκοντο και τα αρχαία ανάκτορα των Φρυγών βασιλέων Μίδα και Γόρδιου και άλλων τινών 2.
ΒΕΡΕΚΥΝΤΙΟΙ
Έλέγοντο και Βερέκυντες και Βρέκυντες.
«Βρέκυν, τον Βρέκυντα, τον Βρίγα. Βρίγες γαρ οι Φρύγες» 1.
Οι Βερεκύντιοι ήσαν μικρά Φρυγική φυλή, ετίμων δε και αυτοί, απαράλλακτα καθώς οι Φρύγες και οι Τρώες, την Ρέαν και ωργίαζον εις αυτήν αποκαλούντες αυτήν Μητέρα των θεών και Άγδιστιν και μεγάλην Φρυγίαν θεάν, από δε τους τόπους ωνόμαζον αυτήν Ιδαίαν, Δινδυμήνην, Σιπυλικήν, Πεσσινουντίδα, Κυβέλην και Κυβήβην2.
ΚΕΡΒΗΣΙΟΙ
Καθώς οι Βερεκύντιοι, ήσαν μικρόν Φρυγικόν φύλον. Τα δύο ταύτα αρχαιότατα Φρυγικά φύλα είχον παντελώς εκλείψει κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους και πουθενά δεν υπήρχον ως ιδιαίτερα έθνη 3.
ΑΜΑΖΟΝΕΣ
«Λαός Θρακοφρυγικός, εις τον οποίον εκπροσωπείται ποιητικώς ο πολεμικός, ως και ο θρησκευτικός και πνευματικός βίος των θρακοφρυγικών ή θραχοποντιχών λαών. Αι περί Αμαζόνων παραδόσεις είνε τόσον συνυφασμέναι με ποιητικάς διακοσμήσεις, ώστε είνε δύσκολον να διακρίνη τις εις αυτάς τον καθαρόν ιστορικόν πυρήνα.
Όπωσδήποτε και εις ακραιφνώς ιστορικήν αντίληψιν και εξήγησιν των περί Αμαζόνων θρύλων κύριος των θρύλων τούτων χαρακτήρ ιδιαίτερος είνε η επί το ποιητικώτερον παράστασις των πολεμικών έργων και εκστρατειών και κατακτήσεων των πολεμικών Θρακικών λαών του Πόντου, εις τους οποίους ανήκουν και αι Αμαζόνες, αι λαλούσαι γλώσσαν Θρακικήν (σχολ. Απολλ. Ροδ. Β, 946)
Εν γένει δε η μυθική Ιστορία των Αμαζόνων υπό έννοιαν ακραιφνώς ιστορικήν ερμηνευομένη μαρτυρεί την επί τον πνευματικόν βίον του όλου Πελασγικού κόσμου επίδρασιν των υπό των Αμαζόνων εκπροσωπουμένων πολεμικών θρακικών λαών του Πόντου, προς τούτοις δε και την επίδρασιν εις την αρχαϊκήν Ελληνικήν τέχνην.
Αι Αμαζόνες παριστάνουν το άλκιμον, το αρήϊον, το πολεμικόν σφρίγος των Θρακοφρυγικών λαών εν τη επικρατήσει αυτών εις όλον τον Πελασγικόν κόσμον και εις την μετάβασιν τούτου κατά μικρόν εις τον Ελληνικόν. Αν δε εις τους Ποντίους και τους Καυκάσιους Θράκας και αι γυναίκες ακόμη εστρατεύοντο και επολέμουν δια το όλως φύσει πολεμικόν και άλκιμον του φύλου, πάντως η τοιαύτη ιδιότης και βίος των γυναικών τούτων ήσαν επιτηδειότατα, ίνα εις τον ποιητικόν κόσμον τον Έλληνικόν, εις την ποίησιν και εις την τέχνην αι Αμαζόνες λάβουν. την. ποιητικήν μορφήν, την οποίαν προσέλαβον, και να πλασθούν περί αυτών αι τοσούτον αισθηματικώς και ποιητικώς το γυναικείον φύλον υψούσαι παραδόσεις» .
Αλλ' ότι αι Αμαζόνες ωμιλούσαν γλώσσαν Θρακικήν εκτός της μαρτυρίας του σχολιαστού Απολλώνιου του Ροδίου έχομεν και την πολύτιμον μαρτυρίαν του ιστορικού Εφόρου.
«Επειδή δε οι μέθυσοι Σανάπαι λέγονται από τους Θράκας (την οποίαν διάλεκτον μεταχειρίζονται και αι Αμαζόνες), εκ τούτου ωνομάσθη η πόλις. Έπειτα κατά παραφθοράν ωνομάσθη Σινώπη (δηλαδή από Σανάπη έγινε Σινώπη).
Η δε μέθυσος Αμαζών από την πόλιν ήλθε προς την Λυτίδαν, καθώς λέγει ο Εκαταίος 2.
Επίσης έχομεν περί τούτου και αλλην μαρτυρίαν.
«Η Σινώπη είνε πόλις. Ωνομάσθη δε τοιουτοτρόπως από Σινώπην, θυγατέρα του Ασωπού, την οποίαν ωδήγησεν ο Ζευς από την Ασσυρίαν εις τον Πόντον, επιθυμών δε να την διαφθείρη ώμοσε να δώση εις αυτήν ό,τι επιθυμεί. Αυτή δε εζήτησε την παρθενίαν. Ο δε Άνδρων λέγει, ότι μία από τας Αμαζόνας, φυγούσα εις τον Πόντον προς τον βασιλέα του τόπου και πίνουσα πολύν οίνον, ωνομάσθη Σινώπη, τούτο δε μεταφραζόμετον (από την γλώσσαν των Αμαζόνων) σημαίνει την πολλά πίνουσαν» (μέθυσον) 3.
Περί των Αμαζόνων εκτενώς όρα Roscher λεξικόν4.
Και όχι μόνον αι Αμαζόνες, αλλά και όλοι οι ανατολικώς της. Μυσίας και Φρυγίας μέχρι των ανατολικών εσχατιών του Πόντου και των προς αυτόν υπωρειών του Καυκάσου κατοίκουντες λαοί θεωρούνται ως Θρακες ή συγγενείς αυτών.
Τα Θρακικά ταύτα έθνη ήσαν εφευρέται του σιδήρου και των σιδηρών όπλων κατά την περίοδον, την λεγομένην του σιδήρου και του χάλυβος. Δια τούτο δε εν γένει οι Θράκες ελάτρευον κατά προτίμησιν τον Άρην, θεόν του πολέμου και του πελέκεως, ως σύμβολον του πολέμου, αλλά και του σιδήρου και του χάλυβος.
Από την πλουσιωτάτην χωράν, την αρδευομένην υπό τού Άλυος ποταμού, μοίρα Θρακών ανεχώρησε κατά την εποχήν του Τρωικού πολέμου εις τον μυχόν του Αδριατικού.
«Μαιάνδριος γούν φησι τους Ενετούς συμμαχήσαι τοις Τρωσίν, εκείθεν δε (ορμηθέντας εκ της περαίας του Άλυος) μετά των Θρακών απάραι και οικήσαι περιτόν.του Αδρίου μυχόν»
Μεταξύ των Θρακών του Πόντου ήσαν οι Σαραπάραι, κατά δε τον, Στράβωνα κεφαλοτόμοι.
«Άνθρωποι θηριώδεις και απειθεϊς ορεινοί περισκνΰιαται (αφαιρούντες δηλαδή εκ της.κεφαλής το τριχωτον μέρος του δέρματος) και άποκεφα. λισταί. Τοΰτο γαρ δηλοϋσιν οί Σαραηάραι» 2.•
Διέμενον δε ούτοι πέραν της. Άκιλισηνής λεγομένης Αρμενίας, πλη. σίον των Γ ουρανίων και των Μήδων.
Τύ όνομα Σαρα,ηάραι είνε Άρίας καταγωγής. ' Ή λέξις είνε σύνθετος εκ τρΰ σάρα και πάρε.
; "Ό Π. Καρολίδης (εισαγωγή εις την Έλλην. Ίστορ. Παπαρρηγοπού. λου, σελ. μθ') λέγει δια το πρώτον συνθετικόν, το σάρα, ότι σημαίνει κεφαλήν και ότι είνε λέξις συγγενής με το Σανσκρ. οίτ&ο, το Έλληνικον κά, ρα,• κάρη και το Περσικύν κεφαλή.
Δια τύ πάρε σημειώνομεν ημείς, ότι και τούτο εϊνε Περσικόν (ίρανικόν), σημαίνει δε το πάρε το τεμάχιον, κομμάτιον. Εξ ου εις την Περσοαιν (Άρίαν και αυτήν) γλώσσα ν το «γΐέκ παρέ=μονοκόμματο. Και το νόμισμα (κομμ-ίτιον, τεμάχιον) οι Τούρκοι εκ του Περσικού παραλαβόντες ώνόμασαν «παρά» (γράφεται όμως πάρε), εξ αυτού δε και το Τουρκικον ρημα παραΑαίακ=τεμαχίζειν, τέμνειν, κομματιάζειν.
ΑΡΜΕΝΙΟΙ
Ανεξαρτήτως των γραφομένων υπό του Στράβωνος περι της καταγωγής των Αρμενίων, ότι είνε άποικοι από την Θεσσαλίαν και ότι το όνομα Αρμενία προέρχεται και σχετίζεται με το πρώτον γεγονός της μυθικής εποχης της Ελλάδος, την Αργοναυτών δηλονότι εκστρατείαν, οι Αρμένιοι είνε αναμφισβητήτως Αρίας καταγωγής και δη Θρακοφρυγικής.
Οι Αρμένιοι κατά τον Ηρόδοτον και τον Εύδοξον ήσαν «Φρυγών άποικοι» και-κατά την γλώσσαν «εφρύγιζον», δηλαδή είχον γλώσσαν ομοίαν προς την των Φρυγών.
Οι Αρμένιοι ως Εύδοξος πρώτη γης περιόδω, «Αρμένιοι δε το μεν γένος εκ Φρυγίας και τη φωνή πολλά, φρυγίζουσι» 3.
Πράγματι δε η Αρμενική γλώσσα, ως συμπεραίνεται εκ των διαφόρων διασωθεισών επιγραφών, εινε σχεδόν η ιδία προς την Φρυγικήν και πολύ συγγενής προς την Ελληνικήν.
Ο Ηρόδοτος λέγει, ότι οι Αρμένιοι ήσαν πολυπρόβατοι, ως οι Φρύγες. Κατά δε την εκστρατείαν του Ξέρξου εναντίον της Ελλάδος οι Αρμένιοι αποτελούντες μέρος του Περσικού στρατού, ήσαν ωπλισμένοι και ενδεδυμένοι, καθώς οι Φρύγες, διότι ως άποικοι των Φρυγών εξηκολούθουν τας συνήθειας και τους τρόπους της μητροπόλεως, «Αρμένιοι καθάπερ Φρύγες έσεσάχατο, εόντες Φρυγών άποικοι»
Εις μεταγενεστέρους πολύ μετά τα Τρωικά χρόνους τα φύλα, τα καταλαβόντα την Αρμενίαν και δόντα εις αυτήν το όνομα, ήσαν φρυγικής καταγωγής. Αλλ' ολίγαι τινές επιγραφαί, και αύται ουχί πολυ αρχαίαι, και ολίγοι τάφοι και τινα ερείπια ερυμάτων και ανάγλυφα ανεξήγητα είνε οι μόνοι περισωθέντες μάρτυρες του τοιούτου το πάλαι περιλαληθ εντός Αρμενικού κράτους 4.
Εις την Αρμενίαν υπήρχον αι πόλεις Αρτάταξα ή Αρταξιάσατα, Άρξατα, Βάβυρσα φρούριον οχυρόν, Αρτάγειρα φρούριον οχυρόν, Κάβαλλα έχουσα μέταλλα χρυσού και άλλα μέταλλα και δη της σάνδικος καλούμενης, την οποίαν και οι Αρμένιοι ωνόμαζον χρώμα όμοιον με την κάλχην 5.
Εις τα Αρμενικά ταύτα ονόματα ευρίσκομεν πολλήν ομοιότητα με τα ονόματα των Θρακικών πόλεων και των επί της Ροδόπης φρουρίων, περί των οποίων γράφομεν εις το σχετικόν κεφάλαιον.
ΛΥΔΟΙ
Οι Λυδοί είχον καταλάβει την προς νότον της Μυσίας χωράν, την οποίαν προ αυτών κατέλαβον οι Μαίονες Θράκες. Ήσαν δε και οι Λυδοί λαός Θρακικός ή μάλλον εκαλούντο τον παλαιόν καιρόν Μαίονες, επι του Λυδού δε, υιού του Άτυος, έλαβον την επωνυμίαν Λυδοί μεταβαλόν τες εξ αυτού το όνομα 6.
«Λυδοί, τους Οποίους ο ποιητής αποκαλεί Μήονας (Μαίονας) και άλλοι μεν θεωρούν αυτούς τους ιδίους, άλλοι δε πάλιν ως διαφόρους. »Καλλίτερον όμως είνε να τους θεωρώμεν τους Μήονας και τους Λυδούς ως το ίδιον έθνος».
«Οι δε Εφέσιοι πολλαπλασιασθέντες ύστερον κατέλαβαν πολύ μέρος από την χώραν των Μαιόνων, τους οποίους σήμερον Λυδούς ονομάζομεν» 2.
Οι Μαίονες από την Ευρώπην εγκατεστάθησαν πολλούς αιώνας μετά τους Φρύγας εις την κατόπιν ονομασθείσαν Λυδίαν. Τμήμα αυτών, αποχωρισθεν κατά την διάβασιν του Ελλησπόντου, έμεινε τότε, ως φαίνεται, εις την χωράν της Τροίας.
«Έτεροι λαοί της Μικράς Ασίας Άριοι, οι Φρύγες και οι Λυδοί, ετράπησαν μάλλον προς τα ενδότερα και απήρτισαν μεγάλας εγχώριους μοναρχίας. Εκ δε των περί τούτων παραδόσεων υποφαίνεται το μέγα πολιτικόν αξίωμα των πρώτων και το εξαίρετον εμπορικόν πνεύμα των Λυδών. Άλλα εις τους Λυδούς συνέβη να προσλάβουν εξ Άσσυρίας πολλά έθιμα» .
Ό Ηρόδοτος ιστορεί, ότι οι Λυδοί μετεχειρίζοντο νόμους ομοίους προς τους Έλληνας, εκτός ότι καταπορνεύουν τα θήλεα τέκνα. Και ότι εποίουν όρκια, όσα ακριβώς οι Έλληνες 4.
Επίσης λέγει, ότι παραπλήσια είνε η κάθαρσις εις τους Λυδούς και εις τους Έλληνας 5.
'Εθεώρουν δε οι Λυδοί, απαράλλακτα όπως οι Θράκες, τους μη χειρώνακτας γενναίους, προ πάντων δε τους απασχολουμένους με τον πόλεμον 6.
Άλλ' ο Αισχύλος τους χαρακτηρίζει ως αβροδιαίτους 7
Εις τους Λυδούς υπήρχε το έθιμον τας γυναίκας να τας δίδουν ως εταίρας προ του να τας υπανδρεύσουν όταν όμως υπανδρεύοντο, ήσαν σώφρονες. Εκείνη δε, η οποία ημάρτανε με άλλον, ήτο αδύνατον να τύχη συγγνώμης 8
Οι Λυδοί, λαός Θρακοφρυγικός, δεν είχον καταλάβει ακόμη, φαίνεται, κατά τους χρόνους του Τρωικού πολέμου την Μαιονίαν, ήτις απ' αυτούς ωνομάσθη Λυδία. Δια τούτο ο Όμηρος αγνοεί τους Λυδούς, όπως αγνοεί τους Θύ νους και τους Βιθυνούς, οι οποίοι δεν είχον καταλάβει την Ασκανίαν. Οι λαοί ούτοι οι Θρακοφρυγικοι μετενάστευσαν μετά τα Τρωικά εκ Θράκης ή διελθόντες δια της Θράκης εγκατεστάθησαν εις την Μικράν Ασίαν.
Την περί των Μαιόνων, Λυδών και Μυσών σύγχυσιν ταύτην παρετήρησε και ο Στράβων, ιδιαιτέρως εγκύψας εις την εθνολογική ν σύστασιν της πατρίδος του Μικράς Ασίας, και λέγει «Και οι Λυδοί και οι Μαίονες, τους οποίους ο Όμηρος αποκαλεί Μήονας, εις σύγχυσιν κάπως ευρίσκονται και προς τούτους και προς αλλήλους, διότι άλλοι μεν τους ιδίους, άλλοι δε άλλους λέγουν. Προς τούτοις δε τους Μυσούς άλλοι μεν τους θεωρούν Θράκας, άλλοι δε τους λέγουν Λυδούς, κατά παλαιάν αιτίαν ιστορούντες την οποίαν γράφει ο Ξάνθος ο Λυδός και Μενεκράτης ο Ελαίτης, ετυμολογούντες και το όνομα των Μυσών ότι την οξύην ούτως ονομάζουν οι Λυδοί. Πολλή δε οξύη φύεται εις τον Όλυμπον (της Βιθυνίας, Μυσίας), όπου λέγουν ότι εξετέθησαν οι δεκατευθέντες, εκείνων δε απόγονοι ήσαν έπειτα οι Μυσοί, τοιουτοτρόπως ονομασθέντες από την οξύην. Μαρτυρεί δε και η διάλεκτος των Μυσών, η οποία είνε κάπως μικτή με την Αυδικήν και την Φρυγικήν, μιξολύδιος και μιξοφρύγιος1.
Οι Λυδοί ανέπτυξαν πολύ μεγάλον πολιτισμόν, περί του οποίου μετά θαυμασμού ομιλεί και κάμνει μνείαν ο Ηρόδοτος. Εγκατασταθέντες εις την ευφορωτάτην κοιλάδα του Έρμου, εκτεινομένην από του κόλπου της Σμύρνης μέχρι του όρους Σιπύλου, ίδρυσαν εκεί το πασίγνοστον εκ της Ιστορίας βασίλειον των Λυδών, το οποίον είχον καθυποτάξει πρώτοι οι Πέρσαι. Όπλα δε είχον όμοια με τα Ελληνικά οι Λυδοί.
Οι Λυδοί πρώτοι ανθρώπων κατά τον Ηρόδοτον έκοψαν και μετεχειρίσθησαν νόμισμα χρυσού και αργύρου, πρώτοι δε και κάπηλοι έγιναν και πρώτοι επενόησαν τα παιγνίδια των κύβων, των αστραγάλων, της σφαίρας και όλα εν γένει τα παιγνίδια εκτός των πεσσών .
Εις την Λυδίαν υπηρχεν η πόλις Τράλλεις. — Ο Στράβων λέγει, ότι αι Τράλλεις ήσαν κτίσμα Αργείων και τίνων Θρακών Τραλλίων .
ΚΑΡΕΣ-ΛΕΛΕΓΕΣ
Μεταξύ των Θρακοπελασγικών εθνών κατατάσσει σήμερον η ιστορική επιστήμη και τους Καράς, ως και τους συγγενείς αυτών Λέλεγας, ους ο Ησύχιος θεωρεί Καρών γένος.
Ο Όμηρος χαρακτηρίζει τους μεν Κάρας ως βαρβαροφώνους, τους δε Λέλεγας ως φιλοπόλεμους. Οι Λέλεγες ήσαν πανάρχαια φυλή, πλανωμένη δια θαλάσσης. Οι Λέλεγες προ πάντων έγκατεστάθησαν εις την Καρίαν και Λυκίαν. Φίλιππος ο Θειαγγελευς λέγει, ότι οι αρχηγοί των Λυκίων ήσαν Λέλεγες.
"Τέρμερον και Λύκον Λέλεγας γενέσθαι"1
Διεσπάρησαν όμως εις τα περισσότερα μέρη της ηπειρώτικης Ελλάδος και εις τάς νήσους αυτής.
Η Λακεδαίμων κατά τον Ησύχιον και Παυσανίαν ωνομάζετο Λελεγία από Λέλεγος, βασιλεύσαντος είς αυτήν2.
Η δε Σπάρτη ωνομάσθη από Σπαρτού του Λέλεγος 3. Οι Λέλεγες μετέβησαν εις την Λοκρίδα, Ακαρνανίαν και Λευκάδα. Απο δε την Ακαρνανίαν κατέλαβαν και την Βοιωτίαν, την χωράν των Οπουντίων, των Μεγαρέων και την Λευκάδα .
Κατά τον Όμηρον οι Λέλεγες κατείχον την Αιολίδα και Ιωνίαν. Αρχαιότατος βασιλεύς αυτών ήτο ο Λέλεξ εκ Λευκάδος ή από τα Μέγαρα. Τοιουτοτρόπως οι Λέλεγες φέρονται εγκατεστημένοι εις την Ακαρνανίαν, Αιτωλίαν, Λευκάδα, Λοκρίδα, Φωκίδα Βοιωτίαν, Μέγαρα, Εύβοιαν, Λακωνίαν, Μεσσηνίαν, Ήλιδα, Κρήτην, νήσους του Αιγαίου και εις τα παράλια της Μικρας Ασίας 5.
Όλα ταύτα ήσαν των Λελέγων, τους οποίους τίνες μεν επονομάζουν Κάρας, ο Όμηρος όμως τους χωρίζει εις Κάρας και Λέλεγας• «προς μεν αλός Κάρες και Παίονες αγκυλότοξοι και Λέλεγες και Καύκωνες». Άλλοι πάλιν εκ των Κάρων μετενάστευσαν μετά τα Τρωικά εις την Καρίαν και κατέλαβον τους πέριξ της σημερινής πόλεως Αλικαρνασσού τόπους.
Από την Έφεσον όμως μέχρι της Φώκαιας, ως και την Χίον και την Σάμον, την κατέλαβον οι Λέλεγες.
Έκτισαν δε εις την μικρασιατικήν αυτήν παραλίαν οι Λέλεγες, ως λέγουν, οκτώ πόλεις, διότι προηγουμένως ούτοι ήσαν πολυάριθμοι, ώστε και της Καριάς ένα μέρος κατέλαβον και απο την Πισιδίαν έκοψαν πολύ μέρος και το προσέθεσαν εις την δικαιοδοσίαν των. Αργότερον δε εκστρατεύσαντες μαζί με τους Κάρας διεσκορπίσθησαν εις την Ελλάδα και εξηφανίσθη το γένος. Εις όλη ν δε την Καρίαν και εις την Μίλητον δεικνύονται τάφοι Λελέγων, ερύματα και ίχνη κατοικιών.
Η δε Σάμος, όταν την κατοικούσαν οι Κάρες, ωνομάζετο προτήτερα Παρθενία. Την δε πόλιν Έφεσον την κατοικούσαν μεν οι Κάρες και οι Λέλεγες, τους εξεδίωξε δε, τους περισοτέρους εξ αυτών, ο Άνδροκλος.Την δε πόλιν Άνδειρα της Καρίας κατείχον οι Λέλεγες1 .
Φίλιππος ο Θειαγγελευς εις το περί Κάρων και Λελέγων σύγγραμμα του λέγει, ότι και-πάλαι και αργότερον οι Κάρες μετεχειρίζοντο τους Λέλεγας ως δούλους2.
Ο Ηρόδοτος μας δίδει την πληροφορίαν, ότι οι Κάρες, οίτινες απετέλουν τμήμα του μεγάλου στρατού του Ξέρξου, έδωκαν εις αυτόν εβδομήντα πλοία, ήσαν δε κατά τα άλλα ωπλισμένοι, ως οι Έλληνες, έχοντες δρέπανα και εγχειρίδια 3.
Κατά τον ιστορικόν οι Κάρες ήσαν συγγετείς των Μυσών και των Λυδών, διότι κατ' αυτούς ο Μυσός και ο Λυδός ήσαν αδελφοί του Καρός .
Οι Κάρες κατ' αρχάς ήσαν εγκατεστημένοι εις τας νήσους του Αιγαίου πελάγους, κατόπιν όμως αφήκαν τας νήσους και εγκατεστάθησαν εις την ήπειρον, διότι άλλοτε, όταν ήσαν υπήκοοι του Μίνωος και εκαλούντο Λέλεγες, καθώς λέγει ο Ηρόδοτος, κατοικούσαν τας νήσους και δεν επλήρωνον κανένα φόρον, καθώς αναφέρουν παλαιόταται παραδόσεις, αλλ' όταν ο Μίνως ελάμβανεν ανάγκην, συνήθροιζον πληρώματα δια τα πλοία του. Επειδή δε ο Μίνως είχεν υποτάξει πολλάς χώρας και ήτο ευτυχής εις τον πόλεμον, το Καρικόν έθνος ήτο κατ' εκείνον τον χρόνον το διασημάτατον όλων των εθνών. Αυτό εφεύρε τρία τινά, τα οποία μετεχειρίζοντο οι Έλληνες, διότι οι Κάρες εδίδαξαν να δένουν λόφους υπεράνω της περικεφαλαίας και να θέτουν εμβλήματα εις τας ασπίδας. Αυτοί επίσης πρώτοι μετεχειρίσθησαν τας λάβας δια τας ασπίδας, τας οποίας προηγουμένως εβάσταζον άνευ λαβών και τας εκυβέρνων δια τελαμώνων κρεμάμενων περί τον τράχηλον ή εις τον αριστερόν ώμον. Πολύ δε μετά ταύτα οι Δοριείς και οι Ίωνες εδίωξαν από τας νήσους τους Κάρας, οίτινες έγκατεστάθησαν εις την ήπειρον.
Και οι μεν Κρήτες ταύτα λέγουν περί των Κάρων, αυτοί όμως δεν συμφωνούν, αλλ' αξιούσιν ότι είνε αυτόχθονες ηπειρώται και λέγουν, ότι πάντοτε είχον το αυτό όνομα, το οποίον και σήμερον. Εις μαρτυρίαν τούτου δεικνύουν εις τα Μύλασα αρχαίον ναόν του Καρίου Διός, τον οποίον έχουν από κοινού με τους Μυσούς και τους Λυδούς ένεκα της αρχαίας συγγενείας των, διότι κατ' αυτούς ο Μυσός και ο Λυδός ήσαν αδελφοί του Καρός. Τούτου ένεκα λοιπόν οι απόγονοι του μετέχουν του ιερού εξαιρέσει των γειτόνων εκείνων, οίτινες ομιλούν μεν την ιδίαν γλώσσαν με τους Κάρας, δεν κατάγονται όμως από την ιδίαν γενεάν ι.
Επίσης και κατά τον Στράβωνα οι Κάρες και οι Λέλεγες έγιναν ηπειρώται, ενώ προηγουμένως ήσαν νησιώται 2.
Οι Καύνιοι απέστησαν από τους Ροδίους. Λέγεται δε, ότι ήσαν μεν αυτοί ομόγλωσσοι με τους Κάρας, ήλθον όμως από την Κρήτην και μετεχειρίζοντο ιδιαιτέρους νόμους 3.
Οι Κάρες ήσαν υπήκοοι του Μίνωος, τότε Λέλεγες καλούμενοι, και τας νήσους κατοικούσαν. Έπειτα γενόμενοι ηπειρώται κατέλαβαν μέγα μέρος της παραλίας και της μεσογείου αφαιρέσαντες αυτήν από τους προκατόχους. Ήσαν δε και αυτοί οι περισσότεροι Λέλεγες και Πελασγοί. Από δε τους Κάρας αφαίρεσαν μέρος της χώρας των οι Έλληνες, οι Ίωνες και οι Δωριείς .
Προηγουμένως οι Αχαιοί κατέλαβον την Καρίαν τω 1400 π. Χ.
Οι Κάρες επελθόντες δια θαλάσσης κατέλαβον την Αττικήν, ενώ συγχρόνως οι Βοιωτοί, οι οποίοι ωνομάζοντο τότε Άονες, την κατελάμβαναν κατά ξηράν 5.
Συνέβαινον δε ταύτα προ του ο Κέκροψ πρώτος συνοικίση τους κατοίκους της Άττικης εις δώδεκα πόλεις.
Τους δε Λέλεγας άλλοι μεν θεωρούν τους ιδίους με τους Κάρας, άλλοι δε μόνον συνοίκους και συστρατιώτας, δια τούτο δε ακριβώς εις την Μιλησίαν υπάρχουν και λέγονται ως κατοικίαι των Λελέγων, εις πολλά δε μέρη της Καρίας υπάρχουν τάφοι Λελέγων και ερύματα έρημα, ονομαζόμενα Λελέγεια. Και η σήμερον δε λεγομένη Ιωνία ολόκληρος κατοικείτο άλλοτε υπό Καρών και Λελέγων. Αποδιώξαντες δε αυτούς οι Ίωνες κατέλαβον αυτοί την χωράν των, προτήτερα δε ακόμη οι κυριεύσαντες την Τροίαν Αχαιοί απεδίωξαν τους Λέλεγας από τους περί την Ίδην τόπους. Ότι οι μεν Λέλεγες ήσαν βάρβαροι, απόδειξις είνε και δύναται να θεωρείται αυτή αυτή η επικοινωνία των με τους Κάρας.
Ότι δε ήσαν πλανόδιοι και με τους Κάρας και άνευ εκείνων και κατά την πάλαιαν εποχήν, και αι πολιτείαι του Αριστοτέλους το φανερώνουν.
Λέγει δηλαδή εις την πολιτείαν των Ακαρνάνων, ότι μέρος της χώρας των το κατέχουν οι Κουρήτες, το δε δυτικόν οι Λέλεγες. Εις δε την χώραν των Αιτωλών τους σημερινούς Λοκρούς τους ονομάζουν Λέλεγας, λέγει δε ο ίδιος, ότι αυτοί κατέλαβον και την Βοιωτίαν. Επίσης δε και την χωράν των Οπουντίων και των Μεγαρέων. Εις δε την χώραν των Λευκαδίων ονομάζουν προς τούτοις κάποιον Λέλεγα αυτόχθονα 1.
Ή Βοιωτία προτήτερα κατοικείτο ύπο βαρβάρων Άόνων και Τεμμίκων, πλάνη Μέντων και ελθόντων εις αυτήν από το Σούνιον, ως και υπό Λελέγων και Ύάντων 2.
Λέλεγες, οι όποιοι σήμερον καλούνται Αιτωλοί και Λοκροί 3.
Οι Κάρες έκτισαν Ακρόπολιν εις τα Μέγαρα 4.
Τα Μέγαρα ωνομάσθησαν επί Καρός, υιού του Φορωνέως, βασιλεύσαντος εις την χώραν αυτήν. Τότε δια πρώτην φοράν λέγουν, ότι έγιναν Ιερά της Δήμητρος εις αυτην και οι άνθρωποι την ωνόμασαν Μέγαρα. Μετά δε δώδεκα γενεάς από την Κάρα λέγουν οι Μεγαρείς ήλθεν από την Αίγυπτον ο Λέλεξ να βασιλεύση εις τα Μέγαρα και οι άνθρωποι επί της βασιλείας του ωνομάσθησαν Λέλεγες.
Εις τα Μέγαρα η ακρόπολις από του Καρός ωνομάσθη Καρία.
Κατά τον Αριστοτέλην οι Κάρες είχον καταλάβει την Επίδαυρον και την Ερμιόνην 6.
Καρία ωνομάζετο και ένα μέρος της Ιλλυρίας.
Οι Κάρες μαζί με Ίωνας μετενάστευσαν και εις την Αίγυπτον. Ο δε βασιλεύς αυτής Ψαμμήτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και Κάρας τόπους, δια να κατοικήσουν απέναντι αλλήλων. Οι δε Ίωνες και Κάρες κατοίκησαν τους τόπους αυτούς επί πολύν χρόνον 8.
Οι Κάρες, καθ' ο Θράκες, ήσαν έθνος μαχιμώτατον.
Δια την μαχιμότητα των Κάρων ο Ηρόδοτος ιστορεί, ότι οι Πέρσαι θελήσαντες να καθυποτάξουν τους Κάρας διέβησαν τον Μαρσύαν ποταμόν, όπου είχον παραταχθη οι Κάρες. Οι Κάρες τότε συνεπλάκησαν με αυτούς εις ταςόχθας του ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επιπολλήν ώραν και επιμόνως, τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν των Περσών έπεσαν περί τους δισχιλίους, εκ δε των Κάρων περί τας δέκα χιλιάδας. Όσοι δε από τους Κάρας διέφυγον, εκλείσθήσαν εις το εν Λαβράνδοίς ιερόν του Στρατίου (πολεμιστού) Διός, το οποίον είνε μέγα άλσος εκ πλατάνων και άγιον. Εις τον πολεμιστήν τούτον Δία μόνοι οι Κάρες προσφέρουν θυσίας. Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί συνεσχέπτοντο ποίον ήτο συμφερώτερον δια την σωτηρίαν των, να παραδοθούν εις τους Πέρσας ή να εγκαταλείψουν δια παντός την Ασίαν και να φύγουν. Ενώ δε εσκέπτοντο αυτά, ήλθον εις βοήθειαν αυτών και οι σύμμαχοι των Μιλήσιοι. Τότε οι Κάρες αφήκαν την περαιτέρω διάσκεψιν και ετοιμάσθησαν να επαναλάβουν τον πόλεμον. Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας έλκοντας εναντίον των και πολεμήσαντες ενικήθησαν περισσότερον ή προηγουμένως. Πλήθος ες αυτών έπεσαν, μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μι λήσιοι. Μετά δε την καταστροφήν ταύτην ανέλαβαν πάλιν οι Κάρες και επολέμησαν. Διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εξεστράτευσαν εναντίον των πόλεων των έστησαν ενέδραν, εις την οποίαν εμπεσόντες οι Πέρσαι κατεστράφησαν '.
Η μαχιμότης των Κάρων καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι και αυτοί, καθώς πολλά της Ευρώπης θρακικά φύλα, προ πάντων δε οι Οδόμαντες, Τριβαλλοί και Αγριάνες, κατετάσσοντο ως μισθοφόροι.
Δια τούτο δε οι Κάρες «καθ' όλην επλανήθησαν την Ελλάδα μισθού στρατεύοντες» 2.
«Κάρες πρώτοι δοκούσι μισθοφορήσαι. Έφορος εν πρώτη ιστοριών.
Η μετανάστευσις των Καρών και Λελέγων από την αρχικήν των έστίαν, τας Κυκλάδας νήσους, όπου κυρίως είχον εγκατασταθή εις παναρχαίαν εποχήν, έγινε μετά τα Τρωικά. Τους εξεδίωξαν δε οι Δωριείς και οι Ίωνες από τας νήσους, όπου είχον συγκατοικήσει επί πολλούς αιώνας, αλλά και εις την Ασίαν εκδιωχθέντες είχον την αυτήν τύχην, διότι και εκεί οι Έλληνες, προ πάντων οι Δωριείς, εσχημάτισαν τας αποικίας των και, καθώς λέγουν εκφραστικώτατα ο Στράβων και ο Παυσανίας, ούτε εδώ ειμπόρεσαν να ζήσουν χωρίς Έλληνας 4.
Πρωτεύουσα των δυναστών της Καριάς ήτο η Αλικαρνασσός 5.
Η δε κώμη Λάβρανδα, κειμένη εις το όρος, είχε ναόν αρχαίον και ξ όανον του Διός Στρατίου, ετιμάτο δε υπό των πέριξ αυτής οικούντων Κάρων και των Μυλασίων.
Ό Ζευς Στράτιος ή Άρης Χάλυψ (Ποντικός Άρης) ήτο ο ίδιος, εθεωρείτο δε ως ο υπέρτατος θεός των Θρακοπελασγών.
Ό Ζευς ως εθνικός θεός ελατρεύετο από κοινού υπό τριών ονομαστότατων αδελφών Θρακικών λαών, δηλαδη των Μυσών, Λυδών και Κάρων, ως Ζευς Στράτιος ι.
ΕΙς την ιδίαν κώμην Λάβρανδα υπήρχε και ιερόν του Καρίου Διός, κοινόν όλων των Κάρων, εις το οποίον προσήρχοντο και ελάμβαναν μέρος εις τας αυτόθι θρησκευτικός τελετάς και οι Λυδοί και οί Μυσοί ως αδελφοί των Καρών 2.
Εις δε την χώραν των Στρατονικέων, πλησίον της Μακεδόνικης αποικίας Στρατονικείας, υπήρχε το ιερόν του Χρυσαορέως Διός, κοινόν όλων των Καρών, εις το οποίον συνήρχοντο, δια να θυσιάσουν και δια να συσκεφθούν περί των κοινών 3.
Ο Ηρόδοτος λέγει, ότι εις τον Στράτιον Δία ή Κάριον Δία, τον θεον του πολέμου, μόνοι οι Κάρες ανήγαγον θυσίας, ενώ ο Στράβων προσθέτει, ότι ετιμάτο και υπό των Μυλασίων. Τούτο δεν πρέπει να θεωρηθή ως αντίθεσις γνώμης, λαμβανομένου ύπ' όψιν ότι από του Ηροδότου μέχρι του Στράβωνος διέρρευσαν πέντε ολόκληροι αιώνες, καθ' ους επεξετάθη η λατρεία του Στρατίου Διός και εις τους εκεί αποίκους .
Λέγεται, ότι οι Κάρες πρώτοι είχον επινοήσει την δι' αστέρων πρόγνωσιν. Τας δε πτήσεις των ορνέων πρώτοι εξήγησαν οι Φρύγες.
«Γλωσσικοί ενδείξεις περί της καταγωγής των Καρών και των Λελέγων δεν υπάρχουν. Πολλοί ηξίωσαν, ότι οι Κάρες ήσαν Σημίται, αλλ' ο δεινός σημιτολόγος Ρενάν εβεβαίωσεν, ότι τα πλείστα των προταθέντων πιχειρημάτων υπέρ της δοξασίας ταύτης είνε ανυπόστατα. Εις την Ιλιάδα λέγονται μεν βαρβαρόφωνοι, ο Φίλιππος όμως, ο τα Καρικά γράψας, είπεν, ότι η γλώσσα αυτών δεν ήτο τραχεία, αλλά και πλείστα Ελληνικά ονόματα έχει καταμεμιγμένα. Το πιθανώτερον λοιπόν είνε, ότι οι Κάρες εξ Αρίων ορμώμενοι ανεμίχθησαν μετά Σημιτών (Φοινίκων) και άλλων φυλών.
Τοιούτον μικτόν χαρακτηρα είχον και οι Λέλεγες, τους οποίους κατά τον Στράβωνα τίνες μεν θεωρούν τους ιδίους με τους Κάρας, άλλοι δε θεωρούν αυτούς μόνον ως συνοίκους και συστρατιώτας των.
Κάρες και Λέλεγες υπήρξαν, όπως πάντες οι της Μικράς Ασίας Άριοι, σύμμαχοι των Τρωών κατά τον πόλεμον, τον οποίον ύμνησεν ο Όμηρος. Πολλοί δε εκ των κατοίκων της Ακαρνανίας, Αιτωλίας, Βοιωτίας και αλλαχού ελέγοντο απόγονοι των Λελέγων.
Άλλ' εκτός της Ασίας οι Κάρες απέβησαν και εις την ανατολικήν παραλίαν της Ελλάδος. Του Καρός το όνομα ανεφαίνετο εις τας Μεγαρικάς γενεαλογίας, η δε των Μεγάρων ακρόπολις ωνομάζετο Καρία μέχρι των ύστατων της Ελληνικής ιστορίας χρόνων» .
Κατά τον Ηρόδοτον επί της εποχής των Περσικών πολέμων εις το Ιερόν του Πτώου Απόλλωνος παρά την Κωπαΐδα λίμνην επί του όρους ο πρόμαντις ιερεύς ελάλει την Καρικήν, δια τούτο δε και ο ελθών εις το μαντείον εκείνο Μυς ο Κάρ ενόησε τον χρησμόν, ως εκδοθέντα εις την γλώσσαν εκείνην 2.
Ό καθηγητής Καρολίδης θεωρεί τους Κάρας ως Θράκας κατοιχήσαντας νοτιώτερον των Λυδών, Θρακών ωσαύτως και αυτών 3.
Ότι δε οι Κάρες δεν εθεωρούντο ως Σημίται (Φοίνικες) και από τους αρχαίους, έχομεν περι τούτου ρητήν μαρτυρίαν του Θουκυδίδου, όστις διαστέλλει τους Κάρας από τους Φοίνικας, αμφότερους κατοικήσαντας τας περισσοτέρας των Ελληνικών νήσων 4.
Οι Κάρες είχον κατοικήσει τας Κυκλάδας. Αι δε υπό των Αθηναίων κατά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον γενόμενοι ανασκαφαί εις την Δήλον απέδειξαν, ότι οι περισσότεροι τάφοι ανεγνωρίσθησαν τότε ως Καρικοί από τα όπλα και τον τρόπον του ενταφιασμού.
ΛΥΚΙΟΙ
Μεταξύ των Θρακοφρυγικών λαών της Μικράς Ασίας κατατάσσονται και οι Λύκιοι, το οποίον πιστοποιείται εκ διαφόρων ιστορικών πηγών. Οι Λύκιοι μνημονεύονται ως αρχαίοι κάτοικοι της Κρήτης και συνδέονται με πολλάς παραδόσεις των Ελληνικών χωρών, Αττικών, Βοιωτικών και Αργολικών.
Οι Λύκιοι δε, λέγει ο Ηρόδοτος, από την Κρήτην κατά την αρχαίαν εποχην προήλθον (διότι την Κρήτην κατείχαν το πάλαι ολόκληρον βάρβαροι). Μετεχειρίζοντο δε οι Λύκιοι νόμους άλλους μεν Κρητικούς, άλλους δε Καρικούς. Μίαν δε μόνον ιδιαιτέραν συνήθειαν έχουν και μη προσαρμοζομένην διόλου προς τας των άλλων ανθρώπων, καλούσι δηλαδή εαυτούς από τας μητέρας και όχι από τους πατέρας των, μεταχειρίζονται δηλονότι τα μητρωνυμικά και όχι τα πατρωνυμικά .
Όταν οι Λύκιοι ήλθον από την Κρήτην εις την Μικράν Ασίαν, έκαλούντο Τερμίλαι, ωνομάσθησαν δε Λύκιοι άπο τον Λύκον τον Αθήναιον, υιόν του Πανδίονος 2.
Οι Λύκιοι ωδηγήθησαν εις τας νοτιοδυτικός ακτάς της Μικράς Ασί ας ύπο την ηγεσίαν του Σαρπηδόνος, αδελφού του Ραδαμάνθυος και του Μίνωος, έκτισαν δε τότε οι Κρήτες εις την Καρίαν την Μίλητον, δώσαντες εις αυτήν το όνομα από την Κρητικην Μίλητον. Οι δε Τερμίλαι (οι ονομασθέντες κατόπιν Λύκιοι) εκαλούντο προηγουμένως Μιλύαι, ως λέγει ο Ηρόδοτος, ακόμη δε προτήτερα εκαλούντα Σόλυμοι 3.
Και σήμερον δε ακόμη, λέγει ο Ηρόδοτος, οι Λύκιοι καλούνται από τους περιοίκους Τερμίλαι 4.
Οι Λύκιοι έζων ληστεύοντες, όπως πολλά θρακικά έθνη. Νόμους δε δεν μεταχειρίζονται, αλλά συνήθειας έχουν και εκ παλαιών χρόνων γυναικοκρατούνται. Πωλούν δε τους ψευδομάρτυρας και δημεύουν τας περιουσίας των 5.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου